Πείσμα, εμμονές και παιδιά

17 Apr 2024

Πείσματα-Eμμονές

Τι είναι “φυσιολογικό” και πότε πρέπει οι γονείς να αναζητήσουν βοήθεια; Πολλά παιδιά και έφηβοι κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους αναπτύσσουν περιοδικά και περαστικά εμμονές. Oι γονείς τις περιγράφουν σαν πείσματα ή τελετουργίες. Έχουν άγχος για αριθμούς και μέρες, για χρώματα και λέξεις, τα οποία θεωρούν “άτυχα”. Θέλουν να περάσουν από ένα συγκεκριμένο δρόμο πριν ξεκινήσει η μέρα τους, και πεισμώνουν όταν αυτό δε γίνει, θέλουν να φοράνε τα ίδια παπούτσια όταν έχουν διαγώνισμα. Άλλα παιδιά επαναλαμβάνουν πριν κοιμηθούν σε ένα συγκεκριμένο ρυθμό την ίδια πρόταση, άλλα πάλι αγγίζουν την πόρτα με ένα συγκεκριμένο τρόπο.

Κάποια παιδιά και έφηβοι θέλουν τα παπούτσια τους να βρίσκονται σε συγκεκριμένη σειρά και το μαξιλάρι πάντα στον ίδιο χώρο, ενώ μπορεί να ελέγχουν ξανά και ξανά τη βαλίτσα τους πριν πάνε σχολείο ή να χτενίζουν ξανά και ξανά τα μαλλιά τους.

Τέτοια φαινόμενα είναι τις περισσότερες φορές περιστασιακά και δε δημιουργούν στα παιδιά προβλήματα στην καθημερινότητα τους ούτε καταστούν τα ίδια δυσλειτουργικά. Μετά από κάποια χρονική περίοδο καταλαγιάζουν και εξαφανίζονται.

 

Τι είναι εμμονές;

Τα παιδιά και οι έφηβοι που υποφέρουν από εμμονές παρουσιάζουν μια υπερβολή στις σκέψεις και στις πράξεις, τις οποίες “πρέπει” να σκεφτούν, να πουν ή να κάνουν. Τα παιδιά δεν μπορούν να αντισταθούν σε αυτά, τους καταναλώνουν χρόνο, τους δημιουργούν πρόβλημα στην καθημερινή τους ζωή και τους κάνουν να υποφέρουν. Παράλογες σκέψεις τους κατακλύζουν και δεν τους αφήνουν να συγκεντρωθούν. Πρέπει να κάνουν ξανά και ξανά την ίδια κίνηση, δέκα φορές, είκοσι, εκατό……….

Κάποια παιδιά πρέπει να σκεφτούν μια συγκεκριμένη πρόταση, “είμαι καλά, είμαι καλά…”, άλλα πάλι “μισώ την αδελφή μου, μισώ την αδελφή μου…”. Κάποια παιδιά ελέγχουν πάμπολλες φορές αν είναι κλειστές όλες οι πρίζες, τα φώτα, οι πόρτες, . . . . , άλλα καταναλώνουν ώρες στο να συγυρίζουν ξανά και ξανά τα μολύβια τους ή να σβήνουν κάποια λέξη “που δε φαίνεται ωραία” στο τετράδιο. Πολλά παιδιά πλένονται και ξαναπλένονται και δεν είναι σε θέση να εμπιστευτούν τον εαυτό τους, ότι “ναι, είμαι καθαρός”. Δεν νιώθουν ποτέ σίγουροι ή βέβαιοι.

Τι είναι ιδεοψυχαναγκασμοί ή έμμονες σκέψεις;

Έμμονες σκέψεις είναι ιδέες, απόψεις ή ενορμήσεις, οι οποίες απασχολούν τα παιδιά πάντα με τον ίδιο τρόπο. Είναι πάντα βασανιστικές γιατί είναι παράλογες και χωρίς νόημα και τα παιδιά δεν μπορούν να αντισταθούν σε αυτές. Οι ιδέες αυτές, μπορεί να έχουν βίαιο ή θρησκευτικό περιεχόμενο, να είναι σχετικές με τη σεξουαλικότητα, την ακρίβεια ή την τάξη. Στα παιδιά συχνά παρουσιάζονται τέτοιες σκέψεις που συνδέονται με έντονους φόβους και αγωνίες για την καθαριότητα, για αρρώστιες, για δηλητηριάσεις, φόβους ότι θα συμβεί κάτι κακό σε αγαπημένους, ανάγκη για τακτοποίηση. Το συναίσθημα αυτό καταλήγει να γίνει “ανάγκη” και κατατρέχει τα παιδιά και τους εφήβους.

Τι είναι καταναγκασμοί ή έμμονες πράξεις;

Στους καταναγκασμούς καταλήγουν τα παιδιά και οι έφηβοι συχνά ωθούμενοι από έμμονες σκέψεις ή παρορμήσεις, παρόλο που αντιλαμβάνονται ότι οι καταναγκασμοί είναι άλογοι, παράλογοι και υπερβολικοί. Οι πιο συχνοί καταναγκασμοί στα παιδιά είναι σχετικοί με πλυσίματα και καθαριότητα, με επαναληπτικές διαδικασίες, όπως ανοίγουν-κλείνουν πόρτες, γράφουν και ξαναγράφουν την ίδια λέξη, τακτοποιήσεις, μετρήματα όπως και επαναληπτικές ερωτήσεις. Έμμονες πράξεις εκτελούνται συχνά έτσι ώστε να καταπολεμηθούν φόβοι, να αποφευχθούν “ατυχήματα, κακοτυχίες” ή να προφυλαχτούν “μαγικά” από επερχόμενο κίνδυνο.

Οι έμμονες πράξεις απελευθερώνουν, στιγμιαία ή για κάποια χρονική περίοδο, από το άγχος, αλλά σε λίγο οι εντάσεις και οι φόβοι επανέρχονται, σε τέτοιο μέγεθος που αναγκάζονται να επαναληφθούν.

Οι έμμονες πράξεις συχνά εμφανίζονται σε συνδυασμό με Tics ή με Διαταραχή Eλλειμματικής Προσοχής με Yπερκινητικότητα.

Συχνότητα

3-5% των εφήβων κάποια περίοδο θα παρουσιάσουν εμμονές.

1-3% των εμμονών που υπάρχουν στο γενικότερο πληθυσμό παρουσιάζεται σε παιδιά και εφήβους. Αν μετρήσουμε σε αυτές και απλές εμμονές το ποσοστό ανεβαίνει στα 10%.

Στα παιδιά συχνά οι εμμονές παρουσιάζονται με επιπρόσθετα προβλήματα όπως λύπη, μελαγχολία, χαμηλή αυτοπεποίθηση, απόσυρση και φοβίες. Tics, Σύνδρομο Tourette, Διαταραχή Eλλειμματικής Προσοχής με Yπερκινητικότητα συνυπάρχουν συχνά με εμμονές.

Οι εμμονές φαίνονται συνήθως στην εφηβεία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή. Όμως είναι γνωστό ότι αρχίζουν ήδη στη νηπιακή ηλικία με μέσο όρο αρχής της εμφάνισης τα 10 χρόνια. Περίπου 1/3 των παιδιών βελτιώνονται, ενώ 20% διατηρούν το πρόβλημα και στην ενηλικίωση. 50% των ενηλίκων με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή αναφέρουν ότι οι εμμονές τους ξεκίνησαν όταν ήταν παιδιά.

Τι πρέπει να προσέχουν οι γονείς;

Τα παιδιά και οι έφηβοι προσπαθούν να κρύψουν τις εμμονές τους. Γι’ αυτό το λόγο γονείς, δάσκαλοι, φίλοι δε γνωρίζουν ότι τα παιδιά υποφέρουν για μήνες ακόμα και χρόνια. Συχνά τα παιδιά ελέγχουν τις σκέψεις ή τις πράξεις τους σε χώρους εκτός σπιτιού, κάτι που συχνά συγχύζει τους γονείς.

Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι τα παιδιά κάτω από τεράστια πίεση και με πολύ κόπο καταπιέζουν αυτές τις “παραλογίες”, όπως συμβαίνει και με τα τικ. Οι εμμονές αλλάζουν. Όσο περισσότερο χρόνο υπάρχουν τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να φύγει το πρόβλημα χωρίς θεραπεία, με κίνδυνο να επιδεινωθούν και να κατακλύσουν διάφορους ζωτικούς χώρους και να επηρεάσουν πολλές λειτουργίες της ζωής του παιδιού. Πολύ πριν τα παιδιά αυτά, παρουσιαστούν για θεραπεία, οι γονείς τα περιγράφουν ως “πεισματάρικα, μη ευέλικτα” παιδιά που έχουν τελετουργίες.

Τι προκαλεί τις εμμονές;

Δεν υπάρχει μια εξήγηση, αλλά μια ομάδα παραγόντων, όπως βιολογικοί, γενετικοί αλλά και λόγοι οι οποίοι είναι σχετικοί με τη βιογραφία των παιδιών.

Πώς μπορούν τα παιδιά με εμμονές να βοηθηθούν;

Όταν οι έμμονες είναι τέτοιες που χρήζουν θεραπείας από ειδικούς, τότε πρέπει να εκπαιδευτούν οι γονείς αλλά και τα παιδιά για το τι συμβαίνει.

Σε ατομικό επίπεδο μια συμπεριφορική θεραπεία είναι βοηθητική για να μάθει το παιδί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα αλλά και τα επακόλουθα προβλήματα.

Στις έμμονες σκέψεις συχνά είναι πιο δύσκολη μια παρέμβαση γι’ αυτό και συχνά είναι αναγκαία μια επιπρόσθετη φαρμακευτική αγωγή.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς – Συμβουλές

  •  Eλέγξτε μήπως έχετε εσείς οι ίδιοι κάποιες εμμονές. Μπορεί οι γονείς να γίνουν βοηθητικοί αν οι ίδιοι πάνε για θεραπεία.
  •  Σταματήστε να πιστεύετε, ότι με “προσπάθεια” και με “λογική” μπορεί το παιδί σας να ξεπεράσει τις εμμονές του.
  •  Σταματήστε να πιστεύετε ότι με το να ακολουθείτε τις εμμονές του παιδιού σας, το βοηθάτε.
  •  Μην επιτρέπετε στις εμμονές του παιδιού να καθορίζουν την καθημερινότητά σας. Βάλτε τα όριά σας.
  •  Δώστε προσοχή και σημασία όταν το παιδί σας καταφέρνει να κάνει πρόοδο στη χειραγώγηση των εμμονών. Μην τα μαλώνετε για παλινδρόμηση ή διακύμανση στη συχνότητα ή στην ένταση των εμμονών. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις εμμονές.
  •  Ψάξετε έγκαιρα για βοήθεια από ειδικό που έχει γνώση και πείρα στο πρόβλημα.

 

Πηγή: Paidiatros.com

Ψυχική ωριμότητα των γονέων και ο ρόλος της στην ανατροφή των παιδιών

08 Apr 2024

Οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο γίνονται γονείς χωρίς συγκεκριμένη προετοιμασία. Βλέπουμε στη συνέχεια κάποιους να αναλαμβάνουν το ρόλο με σχετική επιτυχία, δηλαδή να προσαρμόζονται ευκολότερα στα γονεϊκά τους καθήκοντα και να μεγαλώνουν όσο το δυνατό πιο υγιή - σωματικά και ψυχικά - παιδιά. Σε άλλες περιπτώσεις όμως, οι γονείς αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν ικανοποιητικά το ρόλο τους, στον οποίο δυσκολεύονται να προσαρμοστούν, με αποτέλεσμα να κάνουν διάφορα λάθη που κοστίζουν στη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών τους. Καθοριστικό ρόλο στην επάρκεια του γονεϊκού ρόλου παίζει ο βαθμός στον οποίο ένας άνθρωπος ωριμάζει αρκετά για να αναλάβει ικανοποιητικά αυτό το δύσκολο ούτως ή άλλως έργο. Αναφέρω εξ αρχής, ότι κανείς δεν είναι απολύτως ώριμος (αν υπάρχει τέτοιος όρος) πριν αναλάβει το ρόλο του γονιού, αλλά και κατά τη διάρκεια της ανατροφής των παιδιών του, αφού ο βαθμός ψυχικής ωριμότητας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Έτσι, ο αναγνώστης, πιθανό να αναγνωρίσει στοιχεία του εαυτού του, του συντρόφου του ή και των δικών του γονιών στο κείμενο αυτό, η ύπαρξη των οποίων απαιτεί παρέμβαση μόνο όταν αυτά είναι αρκετά, έντονα και παρατεταμένα.

 

Ψυχική ανωριμότητα των ανθρώπων που γίνονται γονείς

Στο άρθρο αυτό δε θα αναφερθώ στις ακραίες περιπτώσεις βίας και παραμέλησης παιδιών, οι οποίες βλέπουν συχνά το φως της δημοσιότητας και / ή παίρνουν το δρόμο της δικαιοσύνης. Θα αναφερθώ σε ένα πολύ πιο συνηθισμένο φαινόμενο, ειδικά στις μέρες μας, που παρατηρείται όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και σε άλλες κοινωνίες: τη ψυχική ανωριμότητα των ανθρώπων που γίνονται γονείς. Οι γονείς αυτοί, για διάφορους λόγους που σχετίζονται συνήθως με τη δική τους ανατροφή, όπως η υπερ-προστασία, η ανεπαρκής συναισθηματική φροντίδα ή και η ανωριμότητα των δικών τους γονέων που μπορεί να φτάνει ή να μη φτάνει σε βαθμό κακοποίησης και παραμέλησης, δεν ωριμάζουν ικανοποιητικά για να αναλάβουν με επάρκεια το ρόλο του γονέα. Εντούτοις, οι γονείς αυτοί συνήθως είναι σε γενικές γραμμές καλοί, ενδιαφέρονται για την ευημερία των παιδιών τους και οι προθέσεις τους γι’ αυτά μπορεί να είναι οι καλύτερες, προσφέροντας αρκετά από αυτά που μπορούν. Το πρόβλημα όμως είναι ακριβώς αυτό: εκείνα που προσφέρουν – παρά τις καλές τους προθέσεις – είναι περιορισμένα από ψυχολογική άποψη.

 

Τι είναι η συναισθηματική ωριμότητα

Η συναισθηματική ωριμότητα ενός ανθρώπου αποτελεί ένα κράμα αυτοελέγχου, αυτογνωσίας, κατανόησης του κόσμου και των άλλων ανθρώπων, κοινωνικού ενδιαφέροντος, προσαρμοστικότητας, ικανότητας σφαιρικής αντίληψης και βαθύτερης κατανόησης καταστάσεων, υπομονής και επιμονής. Η συναισθηματική ωριμότητα είναι επίσης ταυτόσημη με την υπευθυνότητα, μια έννοια που δεν είναι πάντα ξεκάθαρη, καθώς δεν αναφέρεται μόνο στα συνήθη ζητήματα της επαγγελματικής και οικονομικής υπευθυνότητας (τυπικότητα, διεκπεραίωση εργασιών, καλή οικονομική διαχείριση). Ψυχικά ώριμος λοιπόν είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων και λόγων του (αντιλαμβάνεται ότι έχει επιλογές και δεν κατηγορεί τους άλλους για τα δικά του λάθη ή ανεπάρκειες), τηρεί τις υποσχέσεις του, είναι αξιόπιστος και αναλαμβάνει πρόθυμα ευθύνες και πρωτοβουλίες για το χώρο που ζει και για τα άτομα με τα οποία συμβιώνει ή για τα οποία έχει ευθύνη. Όλα αυτά είναι απαραίτητα για την προσωπική ανάπτυξη κάθε ανθρώπου, αλλά και για τη διατήρηση υγιών και ουσιαστικών διαπροσωπικών σχέσεων. Η υπευθυνότητα που αναφέρθηκε πιο πάνω, μαζί με τη διάθεση και ικανότητα για καθημερινή αυτοθυσία, αποτελούν ειδικότερα βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει κανείς να λειτουργήσει σωστά ως γονιός. Διαφορετικά, ο χρόνος, η τρυφερότητα, το παιχνίδι και η κάλυψη σωματικών και υλικών αναγκών από μόνα τους δεν είναι επαρκή και μπορούν να αφήσουν μεγάλα ψυχικά τραύματα και κενά στο παιδί.

 

Χαρακτηριστικά γονέων με ψυχική ανωριμότητα

Ας δούμε λοιπόν κάποιες συμπεριφορές γονέων που χαρακτηρίζονται από ψυχική ανωριμότητα. Αναφέρω εκ των προτέρων ότι σίγουρα δεν παρουσιάζουν όλοι τον ίδιο βαθμό ανωριμότητας, αλλά και ότι αυτός δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους γονείς. Έτσι λοιπόν κάποιοι θα παρουσιάζουν κάποιες από τις συμπεριφορές που ακολουθούν, άλλοι λιγότερες, άλλοι περισσότερες, και σε διαφορετική ένταση. Ο αναγνώστης μπορεί να αξιολογήσει γνωρίζοντας την κάθε περίπτωση. Σημαντικό είναι επίσης να υπενθυμίσουμε ότι οι περισσότεροι γονείς θα επιδείξουν για διάφορους λόγους κάποιες από αυτές τις συμπεριφορές κάποια στιγμή, χωρίς απαραίτητα να χαρακτηρίζονται από γενική ψυχική ανωριμότητα. Το σημαντικότερο κριτήριο είναι η διάρκεια και η καθολικότητα των συμπεριφορών αυτών, όταν δηλαδή δεν αποτελούν περιστασιακές εξαιρέσεις, αλλά η γενικότερη συμπεριφορά κάποιου ως γονέα χαρακτηρίζεται από αυτά τα στοιχεία. Τεράστια επίσης σημασία στην αξιολόγηση μιας κατάστασης πρέπει να δίνεται στις προθέσεις και τα συναισθήματα ενός γονέα. Αν δηλαδή κάποιος προσφέρει κάποια πράγματα στα παιδιά του επειδή δεν έχει επιλογή, από φόβο ή ενοχές, αντί επειδή πραγματικά τα πιστεύει και τα νιώθει, η συμπεριφορά του παραμένει ανώριμη και διαφέρει ποιοτικά η εκδήλωση της. Οι γονείς λοιπόν με σημαντικό βαθμό ψυχικής ανωριμότητας χαρακτηρίζονται συχνά από τα ακόλουθα:

1. Βάζουν τις δικές τους ανάγκες ή και του συντρόφου τους, σωματικές και ψυχολογικές, πάνω από του παιδιού. Μερικά παραδείγματα: τρώνε οι ίδιοι πρώτα και το καλύτερο φαγητό αντί τα παιδιά, δε θηλάζουν τα μωρά για να μην περιορίζονται οι έξοδοι τους, αφήνουν μικρά παιδιά που δεν κατανοούν την παροδική απουσία και είναι προσκολλημένα σε αυτούς για να κάνουν ταξίδια, αλλά και γονείς που ανέχονται κακοποίηση του παιδιού από τον άλλο γονέα για να μην έρθουν σε ρήξη μαζί του, και άλλα.

2. Δυσκολεύονται πολύ να προσαρμοστούν στις αλλαγές και θυσίες που απαιτεί ο ερχομός ενός παιδιού. Διαμαρτύρονται και παραπονιούνται έντονα για το πώς άλλαξε η ζωή τους, αισθάνονται θυμωμένοι, αποστερημένοι και καταπιεσμένοι γιατί περιορίζεται ο ελεύθερος τους χρόνος, η ξεκούραση τους και οι προσωπικές τους δραστηριότητες.

3. Μεταθέτουν τις πρακτικές και ψυχολογικές ευθύνες τους προς τα παιδιά τους σε τρίτους (γιαγιάδες, σταθμούς, νταντάδες και άλλους), βασιζόμενοι υπερβολικά στη βοήθεια και καθοδήγηση τους. Κλασικό παράδειγμα για τα ελλαδο-κυπριακά δεδομένα αποτελεί η (όχι αναγκαστική) ανατροφή των παιδιών από τους παππούδες αντί τους γονείς που εστιάζουν πολύ στην καριέρα και τη ψυχαγωγία τους, αλλά και η ανάληψη του ρόλου του πατέρα από τη γιαγιά. Αυτό βέβαια δεν είναι φυσιολογικό και διαταράσσει τις ισορροπίες – πρωταρχικό ρόλο στη ζωή των παιδιών πρέπει να έχουν οι δύο γονείς και μετά οποιοσδήποτε άλλος.

4. Αρνούνται ή δυσκολεύονται να αναλάβουν ευθύνες για συμπεριφορές και προβλήματα των παιδιών τους. Αποδίδουν τις δικές τους ευθύνες ο ένας στον άλλο, στο ίδιο το παιδί («είναι προβληματικό παιδί») και σε τρίτους, όπως το σχολείο, την κοινωνία και άλλους, τους οποίους κατηγορούν για δικά τους λάθη και ανεπάρκειες.

5. Δυσκολεύονται να συγκρατήσουν τις παρορμήσεις τους για το καλό των παιδιών τους – δεν έχουν αρκετή υπομονή και αυτοέλεγχο. Αδυνατούν να αντιληφθούν ή να συγκρατήσουν στο μυαλό τους τη δύναμη της συμπεριφοράς τους πάνω στα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να ξεσπούν επανειλημμένα με έντονο θυμό και άλλες συναισθηματικές ανασφάλειες μπροστά ή και πάνω στα παιδιά.

6. Δίνουν υποσχέσεις που δεν κρατούν. Υπόσχονται στα παιδιά πράγματα που δεν τηρούν ή στο / στη σύζυγο ότι θα κάνουν πράγματα για την οικογένεια και δεν τα κάνουν, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι με αυτό τον τρόπο οι άλλοι αισθάνονται προδομένοι και κλονίζεται η εμπιστοσύνη τους.

7. Γίνονται χειριστικοί – ξεγελούν τα παιδιά τους για να πετύχουν κάτι, λένε ψέματα για να αποφύγουν να κάνουν κάτι γι’ αυτά. Αυτό είναι χειρότερο όσο μεγαλύτερα είναι τα παιδιά, αφού αντιλαμβάνονται περισσότερο το ψέμα, ενώ υπάρχουν περισσότεροι τρόποι επικοινωνίας, τους οποίους οι ψυχικά ανώριμοι γονείς αποφεύγουν.

8. Δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να αποδεχθούν ότι τα παιδιά τους μπορεί να έχουν διαφορετικές επιθυμίες, ενδιαφέροντα και ανάγκες από τους ίδιους, είτε αυτό αφορά σε διατροφή και παιχνίδι στις μικρές ηλικίες, είτε σε αντιλήψεις και ενδιαφέροντα μετέπειτα.

9. Δυσκολεύονται να αποδεχθούν τις ανάγκες εξάρτησης των βρεφών και των νηπίων. Προσπαθούν έτσι πολύ νωρίς να τα απογαλακτίσουν με κάθε τρόπο, πρακτικά και ψυχολογικά, «για να μην εξαρτηθούν υπερβολικά από αυτούς». Τα μωρά έχουν έντονες ανάγκες εξάρτησης και αν αυτές δεν ικανοποιηθούν από τους γονείς θα ικανοποιηθούν από τρίτους ή, στη χειρότερη περίπτωση, το κενό θα «καλυφθεί» με ουσίες εξάρτησης ή θα παραμείνει και θα εκδηλωθεί με διάφορους άλλους αρνητικούς τρόπους στην ενήλικη ζωή τους, όπως το χρόνιο στρες, η κατάθλιψη, οι ψυχαναγκασμοί και άλλα.

10. Δυσκολεύονται να αποδεχθούν και να βοηθήσουν στην ανάγκη αυτονόμησης των παιδιών τους, που αποτελεί κύριο αναπτυξιακό ζήτημα στη νηπιακή και μετέπειτα στην εφηβική ηλικία. Για παράδειγμα, συνεχίζουν να φροντίζουν ένα νήπιο ως βρέφος (παθητικό άλλαγμα, τάισμα και άλλα) είτε από έλλειψη υπομονής και επιμονής να το βοηθήσουν να αυτονομηθεί, είτε από μια άρνηση να δεχθούν ότι το παιδί τους δεν είναι πια βρέφος. Ή απορρίπτουν τους έφηβους που επαναστατούν και επιμένουν να τους αντιμετωπίζουν ως παιδιά, αρνούμενοι να αντιληφθούν ότι το παιδί μεγάλωσε και έχει διαφορετικές, φυσιολογικές ανάγκες και αντιμετωπίζει τώρα άλλα αναπτυξιακά ζητήματα.

11. Χρησιμοποιούν τα παιδιά για να ξεπεράσουν δικές τους ανεπάρκειες. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούν ασυναίσθητα τα παιδιά ως μαριονέτες διασκέδασης για να προσελκύουν προσοχή ή αναθέτουν υποσυνείδητα ρόλους συντρόφου, γονέα και φίλου στα παιδιά τους. Κλασικό παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης αποτελεί η αντιστροφή ρόλων, όπου το παιδί φροντίζει τον καταθλιπτικό γονέα ή αναλαμβάνει τη θέση ενός εκλιπόντα γονέα.

12. Αντιμετωπίζουν το γονεϊκό τους ρόλο με επιπολαιότητα: θεωρούν ότι τα παιδιά «μεγαλώνουν μόνα τους» και δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία οι πράξεις ή παραλείψεις τους. Θεωρούν για παράδειγμα ότι τα βρέφη απλά κλαίνε και δε χρειάζεται να προσπαθούν ιδιαίτερα να τα ηρεμήσουν, τα παιδιά γενικά δε χρειάζονται πολλή σημασία, αν φάνε ξύλο «δε θα πάθουν τίποτα», ούτε αν γίνονται μάρτυρες τσακωμών και άλλων εκδηλώσεων επιθετικότητας. Όλα αυτά είναι αποδεδειγμένο ότι βλάπτουν το ψυχισμό των παιδιών και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη και το χαρακτήρα τους. Οι γονείς όμως που δεν είναι αρκετά ψυχικά ώριμοι γι αυτό το ρόλο δε σκέφτονται πολύ τέτοια πράγματα και προτιμούν να αφιερώνουν την ενέργεια και τον ελεύθερο τους χρόνο στην ενασχόληση με πράγματα έξω από αυτούς. Δεν επιδιώκουν δηλαδή να μαθαίνουν περισσότερα για τον εαυτό τους, τις σχέσεις τους και την ανάπτυξη των παιδιών τους, ώστε να βελτιωθούν, αλλά προτιμούν να ασχολούνται π.χ. με την πολιτική, το ποδόσφαιρο, τη ζωή καλλιτεχνών, κοινωνικές δραστηριότητες και άλλα. Ακόμα και στη περίπτωση που αντιληφθούν ότι κάνουν κάποιο λάθος, θεωρούν ότι η επιθυμία από μόνη της – χωρίς συγκεκριμένη προσπάθεια – είναι αρκετή για να μην επαναληφθεί.

13. Έχουν συνήθως μια «μαυρόασπρη», περιορισμένη αντίληψη των πραγμάτων, όπου όλα είναι καλά ή κακά, χωρίς ενδιάμεσους χρωματισμούς. Έτσι, αν σε κάποια θέματα συμπεριφέρονται σωστά ή κατά περιόδους, θεωρούν ότι δε χρειάζεται να αλλάξουν κάτι ιδιαίτερο, ενώ αν κάποιος τους πει κάτι αρνητικό για τη συμπεριφορά τους θεωρούν ότι υπερβάλλει και ίσως το εκλάβουν ως προσωπική επίθεση, αντί ως μια ευκαιρία για αυτοκριτική και αυτοβελτίωση.

 

Συνέπειες στο παιδί από την ψυχική ανωριμότητα ενός γονέα

Κάθε παιδί έχει τη δική του προσωπικότητα και ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ δέχεται σίγουρα επιδράσεις και από άλλους παράγοντες. Ο βαθμός ωριμότητας των γονέων όμως επιδρά καθοριστικά στη συμπεριφορά των παιδιών. Μερικές από τις συνέπειες είναι:

● Πολύ αντιδραστικά ή / και παθητικά παιδιά

● Παιδιά που παλινδρομούν συχνά, καθυστερεί πολύ η συναισθηματική τους ανάπτυξη ή μένουν αναπτυξιακά στάσιμα, χωρίς να υπάρχει οργανική αιτία

● Παιδιά που αργούν ή και αδυνατούν να ωριμάσουν ως ενήλικες και να αναλάβουν ικανοποιητικά το γονεϊκό ρόλο όταν γίνουν οι ίδιοι γονείς

● Παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ψηλό βαθμό άγχους και κατάθλιψη, αφού νιώθουν συναισθηματική ανασφάλεια και αβεβαιότητα για την αξία τους. Συχνά αισθάνονται ότι για τους γονείς τους οι προσωπικές τους ανάγκες είναι σημαντικότερες από τις δικές τους, κάτι το οποίο στη συνέχεια γενικεύουν θεωρώντας ότι τα δικά τους συναισθήματα και ανάγκες είναι πάντα τα λιγότερο σημαντικά.

 

Αντιμετώπιση του προβλήματος

Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι η πορεία αυτή είναι αναστρέψιμη και όσο νωρίτερα γίνουν κάποιες παρεμβάσεις, τόσο καλύτερα είναι συνήθως και τα αποτελέσματα. Παρόλο που η ψυχική ανωριμότητα ενός γονέα μπορεί να είναι ψυχικά επώδυνη και τραυματική εμπειρία για ένα παιδί, οι αρνητικές συνέπειες μπορούν να αποφευχθούν σε σημαντικό βαθμό αν ο ένας γονιός είναι ψυχικά ώριμος και αντισταθμίζει όσο μπορεί το κενό του άλλου. Επιπλέον, η εμπλοκή τρίτων πιο ώριμων ενηλίκων σε σημαντικό βαθμό, όπως συγγενών και φίλων, μπορεί να είναι καταλυτική. Τέλος, και σημαντικότερο, αν οι γονείς αναγνωρίσουν το πρόβλημα και ζητήσουν επαγγελματική βοήθεια για να ξεπεράσουν τα δικά τους ελλείμματα, π.χ. αυτοεκτίμησης, προσοχής κλπ, θα μπορέσουν να ωριμάσουν ικανοποιητικά για να ανταποκριθούν με περισσότερη επάρκεια και να βοηθήσουν στην υγιή συναισθηματική ανάπτυξη και ευτυχία των παιδιών τους.

 

Πηγή: Paidiatros.com

Νηπιαγωγείο. Πρέπει να μάθει να γράφει και να διαβάζει ένα παιδί από το Νηπιαγωγείο;

28 Mar 2024

Οι περισσότεροι γονείς, ξεκινώντας το παιδί τους το Νηπιαγωγείο, επιθυμούν να του προσφέρουν τα καλύτερα, ενώ έχουν αγωνία για το αν το παιδί τους θα καταφέρει να ανταποκριθεί σε όλα όσα θα του ζητηθούν σε αυτό τον νέο χώρο. Στο πλαίσιο της ολόπλευρης ανάπτυξης του παιδιού, ένας από τους ρόλους του Νηπιαγωγείου είναι η σταδιακή προετοιμασία και η προσαρμογή των παιδιών στις μελλοντικές απαιτήσεις που θα συναντήσουν στο Δημοτικό.

Σε τι, όμως, έγκειται η σωστή προετοιμασία; Ένα από τα θέματα που συζητείται αρκετά είναι το θέμα της Γραφής και της Ανάγνωσης.

Πρέπει να μάθει να γράφει και να διαβάζει ένα παιδί από το Νηπιαγωγείο;

Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί τους γονείς και προβληματίζει αρκετούς εκπαιδευτικούς, αφού αρκετά συχνά οι γονείς ανησυχούν, θεωρώντας ότι δεν πρέπει να χάνεται χρόνος και ότι το παιδί τους πρέπει ήδη από το νηπιαγωγείο να μάθει ν’ αναγνωρίζει αλλά και να γράφει τα γράμματα κι έτσι συνθέτοντάς τα να γράφει και να διαβάζει λέξεις.

Είναι όμως έτοιμα τα παιδιά αυτής της ηλικίας να εκπαιδευτούν στη γραφή και ανάγνωση ή μήπως εκπαιδεύοντάς τα παραβλέπουμε όλους αυτούς τους παράγοντες που πρέπει να έχουν αναπτυχθεί επαρκώς, ώστε ένα παιδί να ενταχθεί αβίαστα και φυσικά αποτελεσματικά στο γραπτό λόγο;

Ο προφορικός λόγος είναι εγγενές συστατικό της ανθρώπινης φύσης. Όλα τα παιδιά κατακτούν τη γλώσσα του άμεσου περιβάλλοντός τους και αποκτούν προφορικό λόγο, εφόσον δεν υπάρχουν σοβαρά αισθητηριακά ή νευρολογικά προβλήματα. Ο προφορικός λόγος δε διδάσκεται αλλά κατακτιέται μέσα σ’ ένα πλαίσιο όπου υπάρχει επικοινωνία και αλληλεπίδραση.

Αντίθετα, ο γραπτός λόγος δεν αποτελεί μέρος της υπόστασης του ανθρώπου. Για ν’ αποκτήσουν τα παιδιά γραπτό λόγο πρέπει να διδαχθούν συστηματικά και να εξασκηθούν, αλλά πρώτα πρέπει να έχουν φτάσει σ’ ένα τέτοιο σημείο αισθητηριακής και νευρολογικής ωρίμανσης που θα τους επιτρέψει ν’ αναπτύξουν ομαλά αυτήν την ικανότητα, χωρίς να δυσκολευτούν και ν’ απογοητευτούν.

Για να μπορέσει ένα παιδί να γράψει και να διαβάσει χρειάζεται να έχει αναπτύξει:

  • Καλή αντίληψη του χώρου και δεξιότητες προσανατολισμού στο χώρο, ώστε να κατανοεί οδηγίες που αφορούν χωρικές έννοιες.
  • Ικανότητες παρατήρησης και οπτικής διάκρισης.
  • Ικανότητες ακουστικής διάκρισης.
  • Οπτική και ακουστική μνήμη.
  • Ικανότητες σειροθέτησης.
  • Μνήμη αλληλουχιών.
  • Επαρκές λεξιλόγιο και κατανόηση των νοημάτων που εκφέρονται μέσων λέξεων.
  • Ικανότητα αναγνώρισης των μερών ενός όλου.
  • Ικανότητα διάσπασης του όλου σε μέρη.
  • Ικανότητα σύνθεσης του όλου από τα μέρη που αποτελείται.
  • Ικανότητες ομαδοποίησης και ταξινόμησης πληροφοριών.
  • Αυτοέλεγχο για να διατηρεί την προσοχή του.
  • Φωνολογική επίγνωση.

Όλες αυτές τις ικανότητες, το νήπιο τις κατακτά κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του στο νηπιαγωγείο ενώ παράλληλα, σταδιακά, αποκτά φωνολογική επίγνωση.

Για να μάθει ανάγνωση και γραφή ένα παιδί πρέπει πρώτα να έχει αποκτήσει φωνολογική επίγνωση. Να κατανοήσει δηλαδή ότι οι λέξεις αποτελούνται από μικρότερες μονάδες χωρίς νόημα (συλλαβές – φωνήματα) και ν’ αρχίσει να σκέφτεται πάνω στη γλώσσα, διακρίνοντας αρχικά τις συλλαβές και μετά τα φωνήματα από τα οποία αποτελείται μια λέξη.

Αν ένα παιδί δεν μπορεί να μας πει από ποιες συλλαβές αποτελείται η λέξη «γάλα» τότε δεν θα καταφέρει να μάθει να τη διαβάζει όσο κι αν του διδάξουμε ανάγνωση και μόνο όταν καταφέρει να την αναλύσει στα φωνήματα που την αποτελούν, τότε πλέον θα μπορέσει ν’ αντιστοιχίσει τα φωνήματα με οπτικά σχήματα δηλαδή γράμματα.

Ένα παιδί μπορεί να καταλάβει ότι τη λέξη μπορούμε να τη χωρίσουμε όχι μόνο σε συλλαβές αλλά και σε φωνήματα, να κάνει δηλαδή φωνημική ανάλυση και σύνθεση, γύρω στην ηλικία των 6 ετών.

Μόνο αφού έχει κατακτήσει αυτή την ικανότητα, μπορούμε να προχωρήσουμε στην αντιστοίχιση, δηλαδή στη σύνδεση των φωνημάτων με την εικόνα τους (γράμματα) και στη γραφή των λέξεων. Μέχρι τότε, τα νήπια μπορεί ν’ απεικονίζουν κάποια γράμματα, ακόμα και το όνομα τους ή και λέξεις που βλέπουν, αλλά στην πραγματικότητα απεικονίζουν κάποια σύμβολα χωρίς να έχουν κατανοήσει το γλωσσικό τους φορτίο.

Στο Νηπιαγωγείο, όλες οι δραστηριότητες λαμβάνουν υπόψη τις ατομικές διαφορές από νήπιο σε νήπιο, δεδομένου ότι κάποια νήπια κατακτούν ορισμένες ικανότητες νωρίτερα από κάποια άλλα, τα οποία με τη σειρά τους επιδεικνύουν καλύτερη επίδοση σε άλλους αναπτυξιακούς τομείς.

Το βασικό στο νηπιαγωγείο είναι να καταλάβουν τα παιδιά γιατί χρειάζεται να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν. Στόχος του νηπιαγωγείου είναι να καταλάβουν τα παιδιά ότι οι λέξεις έχουν δύναμη κι ότι μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν για να επικοινωνήσουν με τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και τους φίλους τους. Μέσα σε αυτό το πνεύμα είναι σημαντικό τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί να επικεντρώνονται στο ότι τα παιδιά προσπαθούν να επικοινωνήσουν παρά στο πώς προσπαθούν να γράψουν ή να διαβάσουν. Στο νηπιαγωγείο, εξάλλου, διαμορφώνεται ένα περιβάλλον μάθησης που παρέχει στα νήπια ευκαιρίες να βιώσουν λειτουργικές εμπειρίες γραφής, προκειμένου να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που τους δίνει η τάξη, όπως να δανείζονται βιβλία από τη βιβλιοθήκη αλλά και να παράγουν δικά τους κείμενα με διάφορους επικοινωνιακούς στόχους, π.χ. να γράφουν προσκλήσεις για εκδηλώσεις που θα πραγματοποιηθούν στο νηπιαγωγείο, να φτιάχνουν αφίσες ή να διαμορφώνουν κανόνες για την ομαλή λειτουργία της τάξης. Έτσι η τεχνική της γραφής κατακτάται προοδευτικά καθώς τα παιδιά διαβάζουν και γράφουν για συγκεκριμένους επικοινωνιακούς στόχους που έχουν νόημα για τα ίδια.


Πηγή:Paidiatros.com

Xτίζοντας σχέση και επικοινωνία με το παιδί μου

21 Mar 2024

Συναισθηματική αγωγή

Οι καιροί που ζούμε είναι δύσκολοι, τόσο για τα παιδιά όσο και για τους γονείς. Οι δυσκολίες που παρουσιάζουν τα παιδιά μας έχουν αυξηθεί σε συχνότητα και ένταση και πολλοί γονείς δεν ξέρουν πώς να τις αντιμετωπίσουν. Νιώθουν ότι οι αλλαγές στη φύση της παιδικής ηλικίας είναι τόσο μεγάλες, σε βαθμό που να μην μπορούν να τις χειριστούν και αυτό τους οδηγεί συχνά σε αδιέξοδο.

Η νέα πραγματικότητα σπρώχνει τους γονείς σε μια διαρκή αναζήτηση πιο αποτελεσματικών τρόπων διαπαιδαγώγησης. Η πληθώρα αντικρουόμενων γνωμών, που εστιάζονται κυρίως στην αντιμετώπιση της προβληματικής συμπεριφοράς των παιδιών, προκαλεί περισσότερη σύγχυση στους γονείς παρά καθοδήγηση.

Οι γονείς φαίνεται να έχουν ανάγκη από «τεχνικές», που να τους βοηθούν να κατανοήσουν τα παιδιά τους και να αποκαταστήσουν μαζί τους μια ποιοτική και διαρκή επικοινωνία. Να μπορούν δηλαδή να τα καθοδηγούν, με στόχο την κοινωνική και συναισθηματική τους ανάπτυξη και ωρίμανση.

Συχνά οι συμβουλές που δίνονται στους γονείς, αγνοούν τον κόσμο των συναισθημάτων. Βασίζονται σε θεωρίες ανατροφής των παιδιών, πλείστες από τις οποίες αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στην κακή συμπεριφορά και παραγνωρίζουν τα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από αυτή.

Οι περισσότεροι γονείς πιστεύουν ότι ο ρόλος τους είναι να βοηθήσουν τα παιδιά τους να αναπτυχθούν σύμφωνα με τα δικά τους ενδιαφέροντα και τις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες. Πέρα από το να δημιουργήσουν υπάκουα και παθητικά άτομα, επιθυμούν να πετύχουν πολύ περισσότερα για τα παιδιά τους ή μέσω των παιδιών τους.

Επιδιώκουν να τα μεγαλώσουν εξασφαλίζοντάς τους δεξιότητες ενός υπεύθυνου αυριανού πολίτη, που θα μπορεί να κάνει τις δικές του επιλογές, που θα έχει καλές σχέσεις και θα χαίρεται τη ζωή του.

Μέσα από τη μακρόχρονη εμπειρία μου με γονείς και παιδιά, διαπίστωσα ότι, η επίδειξη ενδιαφέροντος και αγάπης από μόνη της δεν είναι αρκετή. Πολλοί γονείς που αγαπούν τα παιδιά τους και ενδιαφέρονται γι΄ αυτά, όταν έρχονται αντιμέτωποι με το θυμό, το φόβο ή τη λύπη των παιδιών τους, βρίσκονται σε ένα τρομερό αδιέξοδο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι γονείς σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με προκλήσεις που ήταν άγνωστες στις προηγούμενες γενιές. Οι γονείς σήμερα οφείλουν να κάνουν για τα παιδιά τους, πολύ περισσότερα από το να τους εξασφαλίσουν τροφή, μια καλή εκπαίδευση και μια άνετη ζωή.

 

Συναισθηματική αγωγή

Με ποιους τρόπους μπορούν, άραγε, οι σημερινοί γονείς να δώσουν στα παιδιά τους εκείνα τα εφόδια που θα τα κρατήσουν μακριά από τους καθημερινούς κινδύνους; Με ποιους τρόπους μπορούν να τα ενδυναμώσουν και να τα βοηθήσουν να αναπτύξουν την αυτοεκτίμησή τους, ώστε να είναι ώριμα και υπεύθυνα άτομα και να κάνουν τις σωστές επιλογές στη ζωή τους;

Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται, σύμφωνα με έρευνες, στο κτίσιμο στενού συναισθηματικού δεσμού μεταξύ παιδιών και γονιών. Εντοπίζεται επίσης στη προσπάθεια των τελευταίων να διοχετεύσουν την αγάπη και το ενδιαφέρον τους, να βοηθήσουν τα παιδιά τους ώστε να αναπτύξουν κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες. Εκείνες δηλαδή τις δεξιότητες που χρειαζόμαστε σε όλες τις ανθρώπινές μας σχέσεις, είτε με ενήλικες, είτε με παιδιά.

Απαιτείται λοιπόν από τους γονείς μια δική τους προσωπική ανάπτυξη, χρειάζεται να αγωνιστούν για να μάθουν ώστε να μπορέσουν να διδάξουν περισσότερο τα παιδιά τους. Η συναισθηματική εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση - αλλιώς συναισθηματική αγωγή - προσφέρει το πλαίσιο στο οποίο βασίζεται η συναισθηματική επικοινωνία.

Όταν υπάρχει συναισθηματική επικοινωνία, τότε μπορούμε να αποκαταστήσουμε ποιοτική επικοινωνία με τα παιδιά μας ή αλλιώς συνεννόηση, δημιουργικό διάλογο. Να μιλά ο ένας και να ακούει ο άλλος. Να αντιλαμβάνεται ο ένας τα λόγια του άλλου και να απαντά. Να υπάρχει αλληλοσεβασμός στις διαφορετικές γνώμες που εκφράζονται.

Οι γονείς να μπορούν να θέσουν όρια: Η συμμόρφωση, η υπακοή και η υπευθυνότητα, στοιχεία που πρέπει να πηγάζουν από μια αίσθηση αγάπης και συναισθηματικών δεσμών, που τα μέλη της οικογένειας να νιώθουν ότι υπάρχει ανάμεσά τους.

Η συναισθηματική αγωγή, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, φαίνεται να βοηθά τα παιδιά να γίνουν υγιέστεροι και πιο πετυχημένοι ενήλικες.

Βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι η συναισθηματική αγωγή είναι η λύση για όλα τα καθημερινά προβλήματα της οικογενειακής ζωής. Δεν σημαίνει ότι με την εφαρμογή της, θα εξαλειφθούν όλες οι οικογενειακές συγκρούσεις, που αποτελούν μια πραγματικότητα της οικογενειακής ζωής, ούτε ότι θα σταματήσουν να υπάρχουν πληγωμένα συναισθήματα ή αισθήματα λύπης, άγχους, θυμού ή φόβου.

 

Τι έχουμε να πετύχουμε;

Εύλογα λοιπόν οι γονείς μπορεί να διερωτηθούν: Γιατί λοιπόν μας εισηγείστε να εφαρμόσουμε αυτού του είδους την αγωγή; Τι έχουμε να πετύχουμε;

Και η απάντηση, συνοπτικά: Αν εφαρμόσετε αυτού του είδους την αγωγή, θα νιώσετε ότι βρίσκεστε πιο κοντά στο παιδί σας. Στην οικογένεια αρχίζει να υπάρχει οικειότητα και σεβασμός. Και όταν υπάρχει οικειότητα και σεβασμός, τα προβλήματα μεταξύ των μελών της οικογένειας σταματούν να μοιάζουν άλυτα.

Όταν ακόμη βρίσκεστε κοντά στα παιδιά σας, από συναισθηματική άποψη, είστε σε θέση να εμπλακείτε περισσότερο στη ζωή τους και να ασκήσετε μεγαλύτερη επίδραση. Όταν βρίσκεστε συναισθηματικά κοντά στο παιδί σας τότε, όχι μόνο δεν φοβάστε να θέσετε όρια, αλλά:

• Αυτά τα όρια γίνονται αποδεκτά από τα παιδιά,

• τα λόγια σας έχουν βαρύτητα,

• τα παιδιά νοιάζονται για τις απόψεις σας και δε θέλουν να σας δυσαρεστήσουν,

• μπορείτε να προσφέρετε κίνητρα και καθοδήγηση,

• μπορείτε επίσης να έχετε επικοινωνία με τα παιδιά σας.

Η αναγνώριση και η έκφραση των συναισθημάτων μέσα στην οικογένεια, δημιουργούν πλαίσια ασφάλειας και εμπιστοσύνης, που βοηθούν το παιδί να ηρεμεί και να ρυθμίζει τα συναισθήματά του. Τα βοηθά επίσης να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες, να γίνεται αποδεκτό από τους συνομήλικούς του, να δημιουργεί φιλίες και υγιείς σχέσεις.

Όταν τα παιδιά νιώθουν συναισθηματικά δεμένα με τους γονείς τους, τότε μόνο θετικά στοιχεία μπορούν να προκύψουν. Όταν επιδιώκουμε να κατανοήσουμε τις εμπειρίες των παιδιών μας, τα βοηθούμε να νιώσουν ότι έχουν ένα σημαντικό στήριγμα.

Όταν αποφεύγουμε να τα επικρίνουμε, να μειώσουμε αυτά που νιώθουν ή να αλλάξουμε τους στόχους τους, τότε μας αφήνουν να μπούμε στο κόσμο τους. Μας λένε πώς αισθάνονται. Εκφράζουν τη γνώμη τους. Τα κίνητρά τους αποσαφηνίζονται περισσότερο και αυτό μας οδηγεί σε μεγαλύτερη κατανόηση. Τότε τα παιδιά αρχίζουν να μας εμπιστεύονται.

Έτσι, όταν εμφανιστούν συγκρούσεις, έχουμε έδαφος για την από κοινού επίλυσή τους. Με την υποστήριξή μας, μπορούν ακόμα να βρουν λύσεις στα αδιέξοδα των εσωτερικών τους συγκρούσεων . Και μπορεί πραγματικά να έρθει η ώρα που θα θέλουν να ακούσουν τις συμβουλές μας.


Συμβουλές για να κτίσουμε επικοινωνία με τα παιδιά μας

• Αποφεύγουμε να υποκύπτουμε στην «ύπουλη» συνήθεια να επικρίνουμε και να κάνουμε ταπεινωτικά σχόλια για τα παιδιά μας.

• Προσέχουμε να μην τα περιγελάμε.

• Αποφεύγουμε τις ταμπέλες. Προσπαθούμε να σχολιάζουμε μόνο τις συγκεκριμένες συμπεριφορές και να μην κάνουμε γενικεύσεις στο χαρακτήρα τους.

• Χρησιμοποιούμε τις μικρές επιτυχίες τους για τον έπαινο, για να αυξήσουμε την εμπιστοσύνη τους και να τα βοηθήσουμε να προχωρήσουν.

• Επιδιώκουμε να τους αποδείξουμε ότι ο κόσμος τους είναι σημαντικός για μας, για μια μεγαλύτερη και καλύτερη προσέγγιση. Δείχνουμε ενδιαφέρον για τους ανθρώπους, τους χώρους, τα γεγονότα της ζωής των παιδιών μας.

• Περνούμε κάποιο χρόνο στον παιδικό σταθμό, στο σχολείο, στις εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών μας. Μιλούμε με τα ίδια τα παιδιά, ώστε να μάθουμε για τους φίλους τους .

• Είμαστε πάντα ειλικρινείς με τα παιδιά μας. Οι επινοήσεις και τα τεχνάσματα, μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα να χάσουμε την αξιοπιστία μας και να χαλάσουμε τη σχέση μας.

• Θυμόμαστε ότι ο στόχος μιας συζήτησης με τα παιδιά δεν είναι κατ’ ανάγκη η επίτευξη συμφωνίας, αλλά η επίδειξη κατανόησης. Πετυχαίνουμε καλύτερα αποτελέσματα, όταν αφήνουμε ανοικτή την προοπτική του διαλόγου.

• Προσπαθούμε να μην επιβάλουμε τις δικές μας λύσεις στα προβλήματα των παιδιών, ιδιαίτερα αν δε μας έχουν ζητηθεί τέτοιες λύσεις. Ως γονείς, μπορεί να ενοχληθούμε με την απροθυμία των παιδιών μας να δεχτούν συμβουλές που δεν έχουν ζητήσει. Το να προτείνουμε λύσεις στα παιδιά, πριν δείξουμε αναγνώριση και κατανόηση στα συναισθήματά τους, είναι σαν να τους ζητούμε να βάψουν μια επιφάνεια που μόνο εμείς βλέπουμε.

• Ενδυναμώνουμε το παιδί μας, προσφέροντάς του επιλογές και σεβόμενοι την επιθυμία του. Βέβαια, δεν είναι κακό να ζητούμε από το παιδί να υπακούει ή να συνεργάζεται. Ως γονείς πρέπει να καταλάβουμε ότι, όσο νωρίτερα μάθουμε το παιδί να εκφράζει τις προτιμήσεις του και να κάνει σωστές επιλογές, τόσο γρηγορότερα το βοηθούμε να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του, έχοντας κατά νου ότι η δεξιότητα λήψης σωστών αποφάσεων και επιλογών, αποτελεί αναγκαίο εφόδιο στην εφηβεία.

• Συμμεριζόμαστε τα όνειρα και τη φαντασία του παιδιού μας. Η τεχνική αυτή βοηθά πολύ να δείξουμε κατανόηση και να μοιραστούμε τα συναισθήματα των παιδιών μας. Το να εκφράζουν τα παιδιά επιθυμίες, έστω κι αν ξεπερνούν τις δυνατότητές μας, είναι καλό και χρήσιμο. Το να ακούσουμε το παιδί μας, δε σημαίνει ότι θα πρέπει να το ικανοποιήσουμε. Είναι όμως πολύ σημαντικό να καταλαβαίνουμε το ίδιο και τις επιθυμίες του.

• Κάνουμε διάφορα πράγματα μαζί με τα παιδιά μας.

Ø Διαβάζουμε ένα βιβλίο,

Ø παρακολουθούμε μια ταινία ή ένα θεατρικό έργο,

Ø ακούμε μαζί μουσική,

Ø παίζουμε ένα παιχνίδι,

Ø κάνουμε ποδήλατο, περπάτημα ή τρέξιμο,

Ø κάνουμε μαζί γυμναστική,

Ø φτιάχνουμε ένα φαγητό ή ένα γλυκό,

Ø λύνουμε ένα σταυρόλεξο.

 

• Είμαστε σταθεροί και υπομονετικοί. Η συναισθηματική αγωγή χρειάζεται σταθερότητα και υπομονή.

• Θυμόμαστε ότι, για την επικοινωνία και την κατανόηση, τα λόγια δεν είναι πάντοτε απαραίτητα. Ένα αγκάλιασμα ή ένα χάδι, είναι πολύ συχνά πιο εύγλωττα από οποιαδήποτε λέξη, ιδίως εάν το παιδί νιώθει λύπη ή φόβο.

• Σεβόμαστε τις περιπτώσεις που το παιδί μας δεν είναι έτοιμο να μιλήσει για ένα θέμα. Ορίζουμε μια ημερομηνία για να το συζητήσουμε αργότερα και επανερχόμαστε στο θέμα, όπως είχαμε υποσχεθεί.

• Δίνουμε υποσχέσεις γι’ αυτά που μπορούμε να κάνουμε και τηρούμε την υπόσχεσή μας

• Αποφεύγουμε τους αγώνες υπεροχής. Όταν οι γονείς και το παιδί βρίσκονται μπλεγμένοι σε ανταγωνιστική πάλη και ο καθένας προσπαθεί να υποτάξει τον άλλο, μπορεί να αναπτυχθεί ανάμεσά τους μια σχέση με έντονα εκδικητικά στοιχεία.

• Θυμόμαστε ότι όλες οι συγκρίσεις είναι βλαβερές.

 

Συνταγή για να χτίσουμε επικοινωνία με τα παιδιά μας

Εκείνο που ποτέ δεν μπορεί να αποτελέσει συνταγή. Γιατί είναι πολύ ζωντανό, πηγαίο, προσωπικό, δε διδάσκεται, αλλά βιώνεται: Είναι η αγάπη.

Βοηθήστε τα παιδιά σας να σας αγαπήσουν, να σας εκτιμήσουν και να σας εμπιστευτούν. Να έχετε πάντα κατά νου ότι τα παιδιά ζητούν τη ζεστασιά και την οικειότητα με τους γονείς. Επίσης πρέπει να ξέρετε ότι πάντα υπάρχουν πολλές δεύτερες ευκαιρίες, ότι η συγγνώμη είναι αμφίδρομη.

Μπορείτε να κτίσετε επικοινωνία με τα παιδιά σας, αν έχετε καταφέρει να κτίσετε μια σχέση που βασίζεται στην εμπιστοσύνη και όχι στον εκφοβισμό. Πρέπει, συνεπώς, να αναθεωρήσετε πεπαλαιωμένα πρότυπα πειθαρχημένης συμπεριφοράς και να εντάξετε τη συναισθηματική αγωγή στη σχέση σας.

Θα χρειαστεί να καταβάλετε μεγάλη προσπάθεια, αλλά να είστε σίγουροι ότι, από τη στιγμή που θα αποφασίσετε να είστε παρόντες στα συναισθήματα του παιδιού σας, τότε θα βρείτε ευκαιρίες να συνδεθείτε μαζί του, σε καθημερινή βάση.

Η επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά πρέπει να βασίζεται στον αυτοσεβασμό και των δύο πλευρών. Χωρίς εμπιστοσύνη και οικειότητα, χάνεται η ακρόαση, η προσοχή φθίνει και η από κοινού επίλυση των προβλημάτων καθίσταται αδύνατη. Για να πετύχουμε αυτό το έργο πρέπει να θυμόμαστε ότι όλα τα συναισθήματα επιτρέπονται, όχι όμως και όλες οι συμπεριφορές.

 

Συμπερασματικά

Κλείνω με αυτό που συχνά ακούμε στα μαθήματα της ψυχολογίας, τα 3 στοιχειώδη και αναγκαία εφόδια, που ο κάθε γονιός πρέπει να προσφέρει στο παιδί του: την ασφάλεια, την τρυφερότητα και την αναγνώριση. Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία της πραγματικής αγάπης. Αυτά θα βοηθήσουν το παιδί να πλαστεί και να δέσει ως άνθρωπος δυνατός, ανεξάρτητος, θετικός και χαρούμενος.

Πάντοτε βέβαια θα υπάρχουν δοκιμασίες, δυσκολίες, ακόμα και συμφορές, «όμως διαφορετικά αντιμετωπίζει τις ανεμοθύελλες ένα καλαμένιο καλυβάκι και διαφορετικά μια πέτρινη πυραμίδα».


Πηγή: Paidiatros.com

Παιδίατρος. Πώς να διαλέξω τον παιδίατρο του μωρού μου;

14 Mar 2024

Για τα παιδιά μας θέλουμε το καλύτερο. Φυσικά ο κάθε γονιός θέλει να έχει για το παιδί του τον καλύτερο παιδίατρο. Γι’ αυτό οι γονείς πριν γεννήσουν το πρώτο τους παιδί ψάχνουν να βρουν τον παιδίατρο που θα ταίριαζε περισσότερο σε αυτούς.


Πώς οι γονείς όμως πρέπει να διαλέγουν το παιδίατρο τους;

Καταρχήν, είναι χρήσιμο να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της παιδιατρικής εταιρείας της χώρας που ζείτε (Ελλάδα ή Κύπρο), όπου μπορείτε να βρείτε καταλόγους με τα ονόματα των παιδιάτρων. Δυστυχώς, κάποιες φορές, ειδικά στην επαρχία, μπορεί να υπάρχουν «παιδίατροι» που να μην έχουν τη κατάλληλη εκπαίδευση και γι’ αυτό να μη μπορούν να εγγραφούν στη εθνική τους παιδιατρική εταιρεία. Καλό είναι να αποφύγετε να έχετε παιδίατρο του παιδιού σας κάποιο γιατρό με ελλιπή εκπαίδευση.

Αν υπάρχουν κρατικά ή ιδιωτικά νοσηλευτήρια κοντά σας τότε καλό είναι να ρωτήσετε για τα ονόματα των παιδιάτρων που εργάζονται σε αυτά.

Βέβαια είμαι σίγουρος ότι θα πάρετε συστάσεις για κάποιο παιδίατρο από τους φίλους, τους συγγενείς, τους γείτονες κτλ.

Αφού λοιπόν καταρτίσετε κάποιο κατάλογο με ονόματα και καταλήξετε σε κάποια τελικά ονόματα τότε θα ήταν χρήσιμο να επισκεφθείτε και να κουβεντιάσετε από κοντά με τον πιθανό μελλοντικό παιδίατρο του παιδιού σας. Θα πρέπει όμως να πάτε προετοιμασμένοι με συγκεκριμένες ερωτήσεις και να ξέρετε τι ακριβώς να ρωτήσετε και να μάθετε.

 

Τι ερωτήσεις θα κάνετε στο πιθανό μελλοντικό παιδίατρο και τι πρέπει να λάβετε υπόψη για τη τελική σας απόφαση

  • Ποιο πανεπιστήμιο έχει τελειώσει;
  • Πού έχει κάνει την ειδικότητα της παιδιατρικής;
  • Πόσο κοντά είναι το ιατρείο του παιδίατρου από το σπίτι σας. Χρειάζεστε αυτοκίνητο για να πάτε ή μπορείτε να πάτε με κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς.
  • Ποιες είναι οι ώρες εργασίας του ιατρείου.
  • Ποιες είναι οι χρεώσεις για τις επισκέψεις και ποιες για τα εμβόλια;
  • Είναι συμβεβλημένος με την ασφάλεια που εσείς έχετε;
  • Δίνει το κινητό του στους γονείς και είναι εύκολα προσβάσιμος.
  • Αν έχετε κάποιο επείγον πρόβλημα με το παιδί μπορείτε να τον δείτε άμεσα;
  • Απαντά τα τηλέφωνα ο ίδιος ή έχει γραμματέα. Αν έχει γραμματέα, πόσο εύκολο είναι να του μιλήσετε ή πόσο γρήγορα επιστρέφει το τηλεφώνημα σας.
  • Δουλεύει μαζί με άλλους συναδέλφους παιδιάτρους.
  • Σε περίπτωση που το παιδί σας έχει κάποιο πολύπλοκο πρόβλημα είναι διατεθειμένος να παίξει το ρόλο του συντονιστή και να συντονίσει πολλές ειδικότητες για να έχει το παιδί τη καλύτερη δυνατή φροντίδα;
  • Ποιος το καλύπτει σε περίπτωση που πάει διακοπές.
  • Το ενδιαφέρον του για την υγεία των παιδιών είναι ουσιαστικό ή απλά κάνει αυτό που έχει σπουδάσει. Δείχνει να αγαπά τα παιδιά;
  • Τόσο ο γιατρός όσο και το υπόλοιπο προσωπικό είναι φιλικοί και ευγενικοί; Έχουν την απαιτούμενη υπομονή;
  • Δίνει ο γιατρός χρόνο στους γονείς για να τους ακούσει και στην συνέχεια να τους εξηγήσει με ηρεμία το πρόβλημα το παιδιού και πώς να αντιμετωπιστεί ή είναι πολύ βιαστικός; Μήπως κοιτά συνέχεια το ρολόι του και βιάζεται να δει τον επόμενο ασθενή;
  • Χρησιμοποιεί απλή εκλαϊκευμένη γλώσσα για να εξηγήσει το πρόβλημα του παιδιού ή αρέσκεται στο να χρησιμοποιεί ιατρικούς όρους;
  • Αν το παιδί σας έχει κάποιο χρόνιο πρόβλημα πρέπει να τον ρωτήσετε αν έχει εμπειρία στην διαχείριση του συγκεκριμένου χρόνιου προβλήματος.
  • Αν το παιδί σας χρειαστεί να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, σε ποιο νοσοκομείο θα το παραπέμψει και ποιος θα το παρακολουθεί.

 

Αν μετακομίζετε από μια περιοχή σε κάποια άλλη

Σε αυτή τη περίπτωση η καλύτερη λύση είναι να ζητήσετε από το παιδίατρο που έχετε ήδη για το παιδί σας να σας συστήσει κάποιο στη καινούρια περιοχή που μετακομίζετε. Αν όχι τότε θα ακολουθήσετε τους τρόπους για εύρεση παιδιάτρου που περιγράφονται πιο πάνω.

Δεν είναι εύκολη υπόθεση να διαλέξετε το παιδίατρο του παιδιού σας. Είναι σημαντικό όμως να διαλέξετε κάποιο στον οποίο να έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη και που να σας εμπνέει ασφάλεια. Η πείρα μου στην παιδιατρική έδειξε ότι ο κάθε παιδίατρος παρακολουθεί παιδιά που οι γονείς τους ταιριάζουν  - «έχουν χημεία» με το δικό του χαρακτήρα. Η συνεισφορά του παιδιάτρου στο μεγάλωμα ενός παιδιού είναι τεράστια. Ο παιδίατρος δεν πρέπει να παραμένει στα στεγανά όρια παρακολούθησης των αριθμητικών παραμέτρων ανάπτυξης ενός παιδιού. Χρειάζεται να παρακολουθεί και να αφουγκράζεται τη ψυχολογία του παιδιού και τις δικές του προσωπικές ανησυχίες ειδικά όταν το παιδί φτάσει στην εφηβεία.

Ο παιδίατρος δεν μπορεί να παρακολουθεί κάποιο παιδί σαν απομονωμένη μονάδα αλλά οφείλει να το βλέπει σαν ένα μέλος ολόκληρης της οικογένειας. Γι’ αυτό και στην ουσία πολλές φορές παίζει το ρόλο του οικογενειακού γιατρού.  Οφείλει να «πιάνει στον αέρα» προβλήματα της οικογένειας που πιθανότατα επηρεάζουν και το ίδιο το παιδί.


Πηγή: Paidiatros.com

Οδοντοφυία: Τα πρώτα δοντάκια του μωρού, συμπτώματα και φροντίδα

07 Mar 2024

Σημάδι ανάπτυξης και εξέλιξης, τα δοντάκια του μωρού σας δε φέρουν μόνο εκνευρισμό. Κάνουν και το χαμόγελό του ακόμη πιο παιχνιδιάρικο!

Να περιμένετε την πρώτη εντυπωσιακή εμφάνιση γύρω στον έκτο μήνα, χωρίς όμως αυτό να είναι κανόνας, μιας και υπάρχουν μωρά που γεννιούνται με δόντια και άλλα που φτάνουν να ξεπεράσουν τον ένα χρόνο και να μην ξεκινήσει ακόμη η οδοντοφυΐα τους. Οι λόγοι είναι συνήθως κληρονομικοί και δεν εμπνέουν καμία ιδιαίτερη ανησυχία. Γενικά, τα είκοσι συνολικά δοντάκια του παιδιού θα χρειαστούν τρία χρόνια περίπου για να εμφανιστούν.

Τα πρώτα συμπτώματα

Τα περισσότερα μωρά υποδέχονται τα πρώτα τους δοντάκια με γκρίνια και πολλά σάλια. Αυτά είναι στην πραγματικότητα τα μόνα συμπτώματα κι όχι ένδειξη πυρετού, όπως εσφαλμένα πολλοί γονείς πιστεύουν.

Όπως καταλαβαίνετε, η γκρίνια των μωρών δεν είναι αδικαιολόγητη καθώς η ενόχληση και ο ερεθισμός που νιώθουν στα ούλα τους τα κάνουν να διαμαρτύρονται λιγότερο ή περισσότερο έντονα. Υπάρχουν βεβαίως και τα τυχερά μωρά που δεν ενοχλούνται καθόλου και απλώς παρουσιάζουν έντονη σιελόρροια. Όποια ταλαιπωρία πάντως κι αν υποστείτε μαζί με το μωρό σας, να θυμάστε πως πρόκειται για μια απολύτως φυσιολογική διαδικασία η οποία δεν απαιτεί περισσότερες από μερικές ημέρες φροντίδας και υπομονής.

Απαραίτητες φροντίδες

Εφοδιαστείτε με αρκετές σαλιάρες και δώστε στο μωράκι σας ασφαλή αντικείμενα ή ειδικά λαστιχένια παιχνιδάκια που προορίζονται για την περίοδο της οδοντοφυΐας και αφήστε το να δαγκώνει και να μασουλάει. Η ανακούφιση που νιώθει εκείνη τη στιγμή είναι μεγάλη και παρηγορητική. Δοκιμάστε επίσης να τρίψετε με το δάχτυλο σας τα ερεθισμένα του ούλα και καταφύγετε σε φάρμακα και παυσίπονα μόνο εάν το πρόβλημα είναι έντονο και αφού έρθετε σε συνεννόηση με το γιατρό σας. Εάν παρατηρήσετε πως η ενόχληση και οι διαμαρτυρίες του μωρού είναι παρατεταμένες χωρίς να εμφανίζεται τελικά το δοντάκι, ψάξτε για κάποια μελανή διόγκωση στα ούλα του. Συνήθως πρόκειται για έγκλειστο δόντι που δυσκολεύεται και χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να βγει. Ο παιδίατρος σας θα κρίνει εάν και πότε θα πρέπει να επισκεφτείτε οδοντίατρο γι’ αυτό το λόγο.

Η πρώτη οδοντόβουρτσα

Καθώς μπαίνει σιγά-σιγά στον κόσμο των μεγάλων και πλέον διαθέτει αρκετά δοντάκια, το μωρό σας πρέπει να μυηθεί και στα μυστικά της υγιεινής του στόματος. Φροντίστε να σας παρακολουθεί συχνά όταν εσείς πλένετε τα δόντια σας και μην αργήσετε να του δώσετε τη δική του οδοντόβουρτσα ώστε να προσπαθήσει να σας μιμηθεί. Αφήστε το να προσπαθήσει μόνο του, αφού έχετε από πριν καθαρίσει εσείς τα δοντάκια του, και μη αμελείτε την υγιεινή των ούλων και την απομάκρυνση των βακτηριδίων, ακόμη κι αν δεν έχουν φυτρώσει τα δόντια. Οι κανόνες υγιεινής διατροφής, επίσης πρέπει από τώρα να μπουν σε εφαρμογή. Αποφεύγετε τη ζάχαρη στα ροφήματα και στα φαγητά του, τις καραμέλες, τα μπισκότα και τις σοκολάτες. Προσέξτε πολύ επίσης τα φάρμακα και τα σιρόπια τα οποία αν και δίνετε για καλό, κάνουν πολύ κακό στα δοντάκια του μωρού, καθώς είναι ιδιαίτερα γλυκά και κολλώδη.


Πηγή: Paidiatros.com

Εφηβεία: Πώς την αντιμετωπίζουν γονείς και έφηβος;

29 Feb 2024

Εφηβεία ονομάζεται το αναπτυξιακό στάδιο κατά το οποίο αναπτύσσονται τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου. Ο έφηβος αποκτά την ικανότητα αναπαραγωγής.

Η εφηβεία είναι μια περίοδος που χαρακτηρίζεται με ραγδαίες αλλαγές (σωματικές, ψυχολογικές). Η εφηβεία χωρίζει το παιδί από τον ενήλικα. Μερικοί επιστήμονες θεωρούν ότι η εφηβεία αποτελεί περίοδο προπαρασκευής, ωρίμανσης για να μπορέσουν οι έφηβοι να αντιμετωπίσουν τις καινούργιες υποχρεώσεις. Η εφηβεία ξεκινά βαθμιαία στην ηλικία των δέκα με δώδεκα ετών στα κορίτσια, ενώ στα αγόρια ξεκινά στην ηλικία των δώδεκα με δεκατεσσάρων. Σε πολλές χώρες η εφηβεία ξεκίνα πιο νωρίς. Αυτό μάλλον συμβαίνει επειδή έχει βελτιωθεί κατά πολύ η διατροφή των νέων. Είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι γονείς ότι υπάρχουν διακυμάνσεις όχι μόνο στην ηλικία έναρξης της εφηβείας αλλά και στην ταχύτητα με την οποία συμβαίνουν οι μεταβολές από παιδί σε παιδί.

Οι αλλαγές που συμβαίνουν στην εφηβεία οφείλονται σε ορμονικές αλλαγές οι οποίες ξεκινούν μερικά χρόνια πριν η εφηβεία γίνει εμφανής. Γι' αυτό τα παιδιά - έφηβοι μπορεί να έχουν σκαμπανεβάσματα της συμπεριφοράς, της ψυχολογικής κατάστασης πολύ πριν μπουν πραγματικά στην εφηβεία.

 

Εφηβεία - Σωματικές αλλαγές

Η εφηβεία χαρακτηρίζεται από σωματικές αλλαγές οι οποίες συμβαίνουν υπό την επίδραση των ορμονών (οιστραδιόλης στα κορίτσια, τεστοστερόνης στα αγόρια). Η εφηβεία χαρακτηρίζεται από ραγδαία αύξηση ύψους σε αμφότερα τα φύλα (αγόρι, κορίτσι). Αποκτούν τρίχωση ο χώρος του εφηβαίου - μασχάλες. Μπορεί ακόμη να παρατηρηθεί ακμή. Στα κορίτσια παρατηρείται ανάπτυξη του στήθους. Χαρακτηριστικά μάλιστα ξεκινά η έμμηνος ρήση. Στα αγόρια παρατηρείται τριχοφυΐα στο πρόσωπο, αύξηση του μεγέθους των γεννητικών οργάνων, η φωνή σπάει και αποκτά την βραχνάδα της αντρικής φωνής. Ακόμη τα αγόρια έχουν νυχτερινές εκσπερματίσεις (ονειρώξεις).

 

Εφηβεία - Ψυχολογικές αλλαγές

Οι σωματικές αλλαγές της εφηβείας προκαλούν κάποιο φόβο, αβεβαιότητα στους εφήβους. Οι καλά πληροφορημένοι έφηβοι για αυτές τις αλλαγές νιώθουν περηφάνια που μεταβαίνουν από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Εντούτοις νιώθουν αβεβαιότητα για την καινούργια θέση στην οικογένεια ή στην κοινωνία.

Η διάθεση, η ζωή των εφήβων γενικότερα συχνά παρουσιάζει διακυμάνσεις - αμφιταλαντεύσεις. Ο ρυθμός ανάπτυξης των δύο φύλων αλλά και μεταξύ εφήβων του ιδίου φύλου είναι διαφορετικός. Γι’ αυτό συχνά κάποιος έφηβος, ο οποίος πιθανό να είναι λίγο πίσω σε σχέση με ένα άλλο έφηβο ανησυχεί / αναστατώνεται ότι οι άλλοι γύρω μεγαλώνουν ενώ ο ίδιος μένει στάσιμος.

Η εφηβεία χαρακτηρίζεται με ορμονικές διακυμάνσεις οι οποίες προκαλούν επίσης έντονα ή ευμετάβλητα συναισθήματα. Σε συνδυασμό με τις ορμονικές αλλαγές ο έφηβος προσπαθεί να βρει τη δική του ταυτότητα καθώς αλλάζει ο εαυτός του. Η περίοδος αυτή συχνά χαρακτηρίζεται από χαμηλή αυτοεκτίμηση. Με τη διανοητική ωρίμανση ο έφηβος αποκτά ικανότητα να αναλύει, ελέγχει πιο αφηρημένες έννοιες. Έτσι μπορεί να απορροφηθεί με τις ώρες σε αφηρημένες σκέψεις ή διανοητικά παιχνίδια. Οι έφηβοι έχουν αυξημένες πιθανότητες να ταλαιπωρούνται από ασθένειες όπως ανορεξία, βουλιμία ή κατάθλιψη. Οι έφηβοι περνούν στάδια αμφισβήτησης ή απομυθοποίησης ατόμων που προσπαθούν να ελέγξουν, να επιβάλουν κάποια όρια ή να επιβληθούν σε αυτούς. Έτσι έρχονται σε σύγκρουση με τους γονείς, εκπαιδευτικούς αλλά καμιά φορά με την αστυνομία ή άλλες εξουσίες. Σταδιακά στρέφονται σε παρέες συνομηλίκων που θέλουν μια κοινή ταυτότητα. Ψάχνουν μαζί για νέα πρότυπα. Γι’ αυτό το λόγο οι έφηβοι πολύ συχνά πειραματίζονται και βρίσκονται σε πολύ ευάλωτη κατάσταση. Γι’ αυτό εύκολα παρασύρονται. Επιπλέον κάποιος επιτήδειος μπορεί να εκμεταλλευτεί ένα έφηβο παρουσιαζόμενος ως πρότυπα ή προτείνοντας ανταλλακτικές - εύκολες λύσεις.

Οι σχέσεις των δύο φύλων στην περίοδο της εφηβείας χαρακτηρίζεται από πειραματισμούς, αμφισβητήσεις, κρίσεις ταυτότητας. Τα πιο πάνω μπορεί να είναι αποτελούν πηγή ευχαρίστησης αλλά μπορούν να έχουν δυσάρεστες συνέπειες σαν πηγή άγχους - κατάθλιψης

 

Εφηβεία  - Αντιμετώπιση

Η εφηβεία αποτελεί πηγή άγχους, αβεβαιότητας τόσο για τον έφηβο όσο και για τα αδέρφια, γονείς, εκπαιδευτικούς ή άλλα πρόσωπα του οικογενειακού - κοινωνικού κύκλου.

Οι αντιπαραθέσεις σε αυτή στην εφηβεία είναι σχεδόν αναπόφευκτες. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει όλοι να θυμόμαστε ότι σπάνια οι έφηβοι αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά προβλήματα στην εφηβεία. Τα προβλήματα που πρέπει να ξεπεράσουν είναι σημαντικά για τους ίδιους. Γι’ αυτό πρέπει να τα επιλύουμε με σοβαρότητα, κατανόηση και ψυχραιμία. 

Οι ίδιοι οι έφηβοι πρέπει να συμφωνήσουν κυρίως με τους γονείς σε βασικούς κανόνες που θα διέπουν τη ζωή τους κατά την περίοδο της εφηβείας καταλαβαίνοντας ότι η οικογένειά θέλει να τους στηρίξει σε αυτή τη δύσκολη περίοδο αλλά μπορεί να μην ξέρει πως. Οι έφηβοι πρέπει να προσπαθήσουν να διατηρήσουν την σωματική, ψυχική υγεία με σχολαστική ατομική υγιεινή, καλή διατροφή, φυσική και πνευματική άσκηση, καταπολέμηση του στρες, αποφυγή της βίας η της παραβατικότητας.

Οι γονείς ( μαμά, πατέρας) μεταξύ τους πρέπει να συμφωνήσουν να έχουν κοινή πολιτική αντιμετώπισης του εφήβου έτσι ώστε να μην παρέχουν αντικρουόμενες απόψεις στον έφηβο. Οι γονείς πρέπει να είναι προσιτοί. Να μπορούν να συζητήσουν, να διαπραγματευθούν με ψυχραιμία αποφεύγοντας τις συγκρούσεις. Οι γονείς πρέπει ακόμη να δίνουν το καλό παράδειγμα όχι μόνο με λόγια αλλά και με πράξεις. Οι γονείς πρέπει να αφήνουν τον έφηβο να έχει το δικό του χώρο - χρόνο, εφόσον ο έφηβος κατανοεί ότι εξακολουθεί να είναι μέλος της οικογένειας με δικαιώματα αλλά και ευθύνες.

Οι γονείς συχνά δυσκολεύονται να παραδεχτούν ότι το παιδί τους μεγάλωσε και μπορεί μερικά πράγματα να τα κάνει χωρίς αυτούς. Είναι πιο πιθανό ο έφηβος να περάσει την εφηβεία χωρίς σημαντικές αντιπαραθέσεις, αντιδράσεις, προβλήματα αν οι γονείς, τον αντιμετωπίζουν σαν υπεύθυνο άτομο το οποίο μπορούν να εμπιστευθούν έχοντας πάντα υπόψη τους βασικούς κανόνες που συμφωνήθηκαν. Τέλος αν οι έφηβοι παρουσιάσουν προβλήματα σωματικά ή ψυχικά που οι ίδιοι ή οι γονείς δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν καλό είναι να συμβουλευτούν κάποιο παιδίατρο ή άλλο ειδικό έχοντας υπόψη ότι τα περισσότερα εφηβικά προβλήματα είναι παροδικά. Καλό είναι οι έφηβοι να ξέρουν ότι αν δεν νιώθουν άνετα να συζητήσουν τα θέματα που τους απασχολούν μπροστά στους γονείς, έχουν το δικαίωμα να δουν ένα ειδικό μόνοι ή να ζητήσουν από τους γονείς να περιμένουν έξω ενώ συζητούν κάποια ευαίσθητα θέματα.

 

Πηγή: Paidiatros.com

Τηλεόραση και Εκφοβισμός. 92% των προγραμμάτων για παιδιά ηλικίας 2-11 χρονών έχουν περιεχόμενο κοινωνικού εκφοβισμού

21 Feb 2024

Είναι σε όλους γνωστό ότι τα μικρά παιδιά δυστυχώς παρακολουθούν πολλές ώρες τηλεόραση. Επίσης έχει τεκμηριωθεί ότι τα παιδιά παρακολουθούν πολλά προγράμματα που έχουν περιεχόμενο φυσικής βίας.

Πρόσφατη όμως μελέτη απέδειξε ότι τα παιδιά εκτίθενται μέσα από τη τηλεόραση σε σκηνές κοινωνικού εκφοβισμού και κοινωνικής επιθετικότητας. Συμπεριφορές όπως είναι το «σκληρό» κουτσομπολιό και πράξεις χειραγώγησης της φιλίας είναι πολύ συχνές σε προγράμματα τηλεόρασης που παρακολουθούν τα παιδιά.

Πρόσφατη έρευνα από το πανεπιστήμιο Illinois, μελέτησε τα 150 πιο δημοφιλή προγράμματα για παιδιά στην Αμερική, σύμφωνα με την εταιρεία Nielsen Media Research. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο έγκριτο περιοδικό Journal of Communication. 


Αποτελέσματα της μελέτης

Η ανάλυση των προγραμμάτων έδειξε ότι το 92% από αυτά περιέχουν σκηνές κοινωνικής επιθετικότητας, τουλάχιστον 14 φορές την ώρα!

Υπήρχε μεγάλη προσοχή από τους ερευνητές και καταγράφηκε με λεπτομέρεια κατά πόσο ο δράστης της σκηνής με κοινωνική επιθετικότητα δεχόταν τιμωρία ή ανταμοιβή ή αν η πράξη του δικαιολογείτο με κάποιο τρόπο. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε τα εξής.

1. Ο δράστης που τις περισσότερες φορές ήταν και ο πρωταγωνιστής σπάνια δεχόταν οποιαδήποτε τιμωρία για την συμπεριφορά του.

2. Οι σκηνές κοινωνικής επιθετικότητας και βίας ήταν περισσότερες από αυτές της φυσικής βίας και μάλιστα κάποιες φορές παρουσιάζονται με χιουμοριστικό τρόπο.

 

Συμπεράσματα της έρευνας και συμβουλές σε γονείς

1. Οι γονείς δεν πρέπει να αισθάνονται ήσυχοι αν το παιδί τους παρακολουθεί ένα πρόγραμμα στη τηλεόραση που δεν έχει φυσική βία. Ο κοινωνικός εκφοβισμός και η κοινωνική επιθετικότητα είναι εξίσου προβληματικές συμπεριφορές και ίσως πιο επικίνδυνες.

2. Τα παιδιά μαθαίνουν από την τηλεόραση.

3. Τα παιδιά μαθαίνουν να έχουν συμπεριφορά με στοιχεία κοινωνικής επιθετικότητας και η τηλεόραση είναι ένας πολύ «καλός» δάσκαλος.

4. Μην λαμβάνετε υπόψη μόνο την σωματική βία όταν ελέγχετε ένα πρόγραμμα τηλεόρασης για το παιδί σας. Η κοινωνική βία είναι εξίσου σημαντική.


Πηγή: Paidiatros.com

Βία και κακοποίηση στην οικογένεια

15 Feb 2024

Η βία στην οικογένεια φέρνει βία στην κοινωνία. Γι’ αυτό η βία στην οικογένεια δεν αποτελεί προσωπική ή οικογενειακή υπόθεση αλλά κοινωνικό πρόβλημα που αφορά όλους μας.

Η βία και η κακοποίηση στην οικογένεια είναι ένα φαινόμενο που υπήρχε πάντα αλλά τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πιο εμφανές και αντιληπτό με την αύξηση των σχετικών αναφορών και καταγγελιών. Σημαντικό ρόλο στην πρόληψη και αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών παίζει η ενημέρωση του κοινού και των ειδικών για το τι συνιστά κακοποίηση στην οικογένεια. Στο πλαίσιο αυτό έχω καταλήξει μετά από μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας στον ακόλουθο ορισμό και εξηγώ αναλυτικά πιο κάτω τα διάφορα είδη βίας και κακοποίησης.

Βία είναι κάθε συμπεριφορά μέσω της οποίας το πιο δυνατό μέλος της οικογένειας (από άποψη σωματικής ή λεκτικής δύναμης, κοινωνικής ή οικονομικής θέσης και συνήθως ο σύζυγος ή γονιός) χρησιμοποιεί επιβολή – σωματική, λεκτική, συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική ή σεξουαλική – πάνω στον πιο αδύνατο ή τον παραμελεί ή τον καταπιέζει, δείχνοντας του έλλειψη σεβασμού και εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως δικαιολογία για να κακομεταχειρίζεται πιο αδύνατα άτομα (είτε σκόπιμα είτε όχι). Οι συνέπειες τέτοιας συμπεριφοράς πάνω στα θύματα μπορούν να είναι βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες, ψυχολογική, σωματική και σεξουαλική ζημιά, κυμαινόμενη από ελαφρά μέχρι πολύ σοβαρή.

 

Οι όροι βία και κακοποίηση χρησιμοποιούνται συνήθως ως ταυτόσημοι. Θεωρώ χρήσιμο το διαχωρισμό τους, αφού έρευνες και κλινική εμπειρία αποδεικνύουν ότι υπάρχουν διαφορετικές προεκτάσεις και συνέπειες ανάλογα με τη συχνότητα και την ένταση. Για παράδειγμα, διαφορετικά αισθάνεται κάποιος που έχει δεχτεί σωματική βία μια φορά και διαφορετικά κάποιος που έχει επανειλημμένα γίνει θύμα της. Έτσι, χρησιμοποιώ τον όρο βία για να περιγράψω μεμονωμένα επεισόδια της συμπεριφοράς που περιγράφηκε πιο πάνω στον ορισμό της βίας και τον όρο κακοποίηση για να περιγράψω ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα τέτοιας συμπεριφοράς. Η βία μπορεί να είναι ενεργητική ή παθητική. Η ενεργητική βία συνίσταται σε πράξεις και αναφέρεται στη σεξουαλική, σωματική και ψυχολογική βία, ενώ η παθητική σε παραλείψεις και αναφέρεται συνήθως στη σωματική ή ψυχολογική παραμέληση.

 

Στο πλαίσιο αυτό παρατηρούνται τα ακόλουθα είδη βίας και κακοποίησης στην οικογένεια:

Σεξουαλική κακοποίηση: Περιλαμβάνει το βιασμό, την αιμομιξία και οποιαδήποτε μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης και παραβίασης που επιβάλλεται στο θύμα ενάντια στη θέληση και / ή συναίσθηση του, ή όταν η συγκατάθεση του επιτυγχάνεται μέσω σωματικού ή ψυχολογικού εκφοβισμού και ο θύτης εκμεταλλεύεται την ανάγκη που έχει το θύμα για σημασία από και επαφή με το γονέα ή σύζυγο του. Περιλαμβάνει επίσης την έκθεση ενός παιδιού σε πορνογραφικό υλικό και την εκπόρνευση.

Παραμέληση: Συνιστά παθητική βία η οποία μπορεί να είναι σωματική ή ψυχολογική. Σωματική παραμέληση είναι όταν ο γονιός στερεί το παιδί του από τις βασικές φυσικές του ανάγκες όπως διατροφή, ιατρική φροντίδα, ένα ασφαλές σπίτι για να ζει και προστασία από διάφορους κινδύνους (ανάλογα με την ηλικία και το βαθμό ικανότητας ενός παιδιού για αυτο-φροντίδα και αυτο-προστασία). Ψυχολογική παραμέληση είναι όταν ένας γονιός στερεί το παιδί του από τις βασικές συναισθηματικές και εκπαιδευτικές του ανάγκες, όπως για παράδειγμα την τρυφερότητα, προσοχή, υποστήριξη, εκπαίδευση και επαγγελματικές ευκαιρίες που μπορεί να του προσφέρει. Η πιο σοβαρή μορφή της παραμέλησης (τόσο σωματικής όσο και ψυχολογικής) ως μορφής κακοποίησης είναι η εγκατάλειψη ενός παιδιού ή έφηβου. 

Σωματική κακοποίηση: Αναφέρεται σε κατ’ επανάληψη σωματική κακομεταχείριση ή εκφοβισμό και περιλαμβάνει από ήπιες μέχρι και άγριες σωματικές επιθέσεις, οι οποίες προκαλούν στο θύμα σωματικό πόνο, γδαρσίματα, μώλωπες, εγκαύματα και άλλες κακώσεις που μπορεί να καταλήξουν μέχρι και σε μόνιμες σωματικές βλάβες ή ακόμα και στο θάνατο. Μερικά παραδείγματα τέτοιας συμπεριφοράς χαρακτηριστικής των γονέων ή συζύγων που κακοποιούν σωματικά μέλη της οικογένειας τους είναι το σπρώξιμο, τράνταγμα, κλείδωμα στο σπίτι, χαστούκια, στραγγαλισμός, πρόκληση εγκαύματος και χρήση αιχμηρών και άλλων αντικειμένων όπως ζώνης, καρέκλας και άλλων για να χτυπήσουν το θύμα. Η σωματική βία συνοδεύεται πάντα και από συναισθηματική βία.

Ψυχολογική κακοποίηση: Περιλαμβάνει κατ’ επανάληψη συμπεριφορές ψυχολογικής κακομεταχείρισης και συνοδεύει συνήθως τις υπόλοιπες μορφές κακοποίησης, ενώ είναι αυτή που δυσκολότερα αναγνωρίζεται και γι’ αυτό συνήθως τα θύματα τυγχάνουν της λιγότερης κατανόησης και βοήθειας. Για ευκολότερη αναγνώριση και κατανόηση τη χωρίζω σε 5 είδη: λεκτική, συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική και υπερ-προστασία / καταπίεση.


Η λεκτική – ψυχολογική κακοποίηση περιλαμβάνει άμεσες και έμμεσες λεκτικές επιθέσεις.

Ως άμεσες λεκτικές επιθέσεις χαρακτηρίζονται διάφορες εκφράσεις που ευθέως μεταδίδουν υποτίμηση, κριτική και απόρριψη του θύματος, όπως η εξύβριση, οι προσβολές και απειλές. Μερικά παραδείγματα: «Αν επιστρέψεις ξανά αργά στο σπίτι θα σε πετάξω έξω / θα σε χτυπήσω», να αποκαλεί κάποιος το παιδί του βλάκα, κακό, αχάριστο, ύπουλο, συμφεροντολόγο, αλήτη, ψυχοπαθή, πόρνη, άχρηστο, ανίκανο να πετύχει οτιδήποτε στη ζωή του και ανεπιθύμητο, π.χ. «Κανένας δε σε θέλει» ή «Εύχομαι να μη σε γεννούσα ποτέ».

Οι έμμεσες λεκτικές επιθέσεις υπονοούν αυτά που λέγονται ευθέως στην άμεση λεκτική κακοποίηση. Αναφέρονται στη χρήση διαφόρων εκφράσεων εναντίον του θύματος που μεταφέρουν «κρυμμένα» μηνύματα με πλάγιο τρόπο, όπως απειλές, προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, κριτική και άλλα που στοχεύουν στην πρόκληση ενοχών και υπονοούν την απόρριψη του θύματος. Μερικά παραδείγματα τέτοιων επιθέσεων: η χρήση συγκρίσεων όπως «δεν είσαι τόσο έξυπνη όσο η αδελφή σου», το να λέει κάποιος στο παιδί του «σου αρέσει να πληγώνεις τους ανθρώπους», «θα με κάνεις να πεθάνω πριν την ώρα μου» κ.ά. Επιπλέον, λόγια όπως «κάποτε διερωτώμαι αν είσαι ψυχοπαθής», «μόνο οι πόρνες συμπεριφέρονται όπως εσύ», «με θυμώνεις τόσο πολύ που μπορεί χωρίς να το θέλω να σε σκοτώσω κάποια μέρα πάνω στα νεύρα μου» κλπ. Σε όλα τα πιο πάνω παραδείγματα αυτό που υπονοείται δε λέγεται με ξεκάθαρο τρόπο και αυτό είναι συνήθως που προκαλεί περισσότερη σύγχυση στα θύματα και αυτούς που προσπαθούν να τους βοηθήσουν. Οι γονείς / σύζυγοι συνήθως εξηγούν τέτοιες έμμεσες λεκτικές επιθέσεις ως την παράθεση απλά γεγονότων, ενώ το θύμα αισθάνεται μειωμένο, προσβεβλημένο και βιώνει συναισθήματα ενοχών και απόρριψης. Το να διαπιστώνει όμως κανείς ένα γεγονός ή να δίνει μια συμβουλή έχει διαφορετικό πλαίσιο και συνέπειες στον αποδέκτη, δηλαδή η επιλογή των λέξεων, ο τόνος φωνής, οι εκφράσεις προσώπου, οι χειρονομίες, το βλέμμα και άλλα μη λεκτικά στοιχεία επικοινωνίας είναι διαφορετικά σε τέτοιες περιπτώσεις και ως αποτέλεσμα ο αποδέκτης δεν τα εκλαμβάνει ως προσβολές ή απόρριψη. Συχνά επίσης, τέτοιες δηλώσεις δεν ανταποκρίνονται καθόλου στην πραγματικότητα ή δίνουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα της, έτσι όπως συμφέρει τον θύτη να παρουσιάζεται.


Η συναισθηματική – ψυχολογική κακοποίηση συνυπάρχει συνήθως με τη λεκτική κακοποίηση, μπορεί όμως να υπάρχει και από μόνη της. Περιλαμβάνει σχήματα κατ’ επανάληψη συναισθηματικής κακομεταχείρισης που εκφράζεται κυρίως με τα μη λεκτικά στοιχεία επικοινωνίας που αναφέρθηκαν πιο πάνω, όπως το να μιλά κάποιος στο παιδί του με επιθετικό, απειλητικό ή υποτιμητικό ύφος και τόνο (ακόμα και αν τα λεγόμενα από μόνα τους δε μεταδίδουν άμεσα ή έμμεσα απειλές, κριτική ή απόρριψη). Για παράδειγμα, ένας γονιός μπορεί να πει στο παιδί του «Ελπίζω να περάσεις τις εξετάσεις σου» με τέτοιο τρόπο που αυτό που λέει ουσιαστικά είναι «είσαι πολύ χαζός και ανίκανος για να περάσεις τις εξετάσεις», ή να χρησιμοποιεί ειρωνικά βλέμματα ή εκφράσεις προσώπου. Ένας γονιός θα μπορούσε επίσης να πει στο παιδί του «Θέλω να συζητήσω μαζί σου» χρησιμοποιώντας τέτοια επιθετική στάση με το σώμα και τις χειρονομίες του που στην ουσία αυτό που λέει να είναι «Σκάσε και άκουσε τι έχω να σου πω». Άλλες συμπεριφορές που μπορούν να θεωρηθούν ως συναισθηματική βία είναι η παρακολούθηση βίας πάνω σε άλλα άτομα (όπως παιδιά που γίνονται μάρτυρες βίας μεταξύ των γονιών τους), το διώξιμο από το σπίτι, ο εξευτελισμός, το να κάνει κανείς αποκαλύψεις σε ένα παιδί ακατάλληλες για την ηλικία του και η σιωπηλή μεταχείριση (τιμωρία με το να μη μιλά κάποιος παρατεταμένα στο παιδί του επειδή θύμωσε μαζί του).


Η κοινωνική – ψυχολογική κακοποίηση περιλαμβάνει συμπεριφορές που στοχεύουν και / ή καταλήγουν στην κοινωνική απομόνωση του θύματος, αποτρέποντας το από το να αναπτύξει και να διατηρεί στενές σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Τέτοια παραδείγματα γονεϊκής κοινωνικής – ψυχολογικής κακοποίησης περιλαμβάνουν το να λέει κάποιος στο παιδί του πράγματα όπως: «μόνο οι γονείς σου σε αγαπούν, οι άνθρωποι είναι κακοί, μόνο τους γονείς σου πρέπει να εμπιστεύεσαι, ο κόσμος είναι επικίνδυνος, ό,τι συμβαίνει σε αυτή την οικογένεια (συμπεριλαμβανομένης της κακοποίησης) είναι οικογενειακό ζήτημα και δεν πρέπει να μιλάς σε κανέναν γι’ αυτό». Περιλαμβάνονται επίσης συμπεριφορές που μεταδίδουν παρόμοια μηνύματα και καλλιεργούν εξάρτηση από το θύτη και φόβο να εμπιστευτεί το θύμα άλλους ανθρώπους.


Η οικονομική – ψυχολογική κακοποίηση αποτελείται από συμπεριφορές που στοχεύουν και / ή προκαλούν την πλήρη οικονομική εξάρτηση του θύματος από το θύτη. Περιλαμβάνει επίσης το να χρησιμοποιεί κάποιος τον οικονομικό παράγοντα ως ένα τρόπο να ελέγξει τη συμπεριφορά του θύματος και να του προκαλέσει ενοχές. Οι γονείς που κακοποιούν ψυχολογικά τα παιδιά τους σε οικονομικά θέματα τείνουν να μην τα αφήνουν να εργαστούν ή αλλιώς να τα αποτρέπουν από το να το κάνουν, να χρησιμοποιούν το χρήμα ως ένα τρόπο να τιμωρήσουν και να ελέγξουν τα παιδιά τους και συνήθως ελέγχουν τον τρόπο που ξοδεύουν τα χρήματα τους, π.χ. απαιτούν να γνωρίζουν πώς ακριβώς ξοδεύουν κάθε μικροποσό ή τους απαγορεύουν να τα ξοδεύουν με συγκεκριμένους τρόπους. Τέλος, τέτοιοι γονείς συχνά προκαλούν ενοχές στα παιδιά τους για τα χρήματα που τους δίνουν, π.χ. «αν δεν ξόδευα τόσα λεφτά πάνω σου, θα ζούσα πιο άνετα και ευτυχισμένα, στερούμαι χρήματα εξαιτίας σου, για να σε μεγαλώνω και να σε σπουδάζω». 

Η υπερ-προστασία ως μια μορφή κακοποίησης στην οικογένεια αναφέρεται σε καταπίεση που περιλαμβάνει υπερβολική και αχρείαστη προστασία ή έλεγχο του παιδιού / εφήβου / νεαρού ενήλικα, κάτι που μπορεί να καταλήξει σε δυσκολία του παιδιού να γίνει ένας ενήλικας ικανός να αναλαμβάνει ευθύνες και να παίρνει τις δικές του αποφάσεις. Χαρακτηριστικές συμπεριφορές των γονιών που καταπιέζουν (υπερ-προστατεύουν) τα παιδιά τους είναι: Τους απαγορεύουν να βγαίνουν έξω ή τους αφήνουν σπάνια σε σχέση με το πόσο συχνά βγαίνουν τα περισσότερα άτομα της ηλικίας τους, κρυφακούν τις προσωπικές ή τηλεφωνικές τους συνομιλίες, ψάχνουν τα προσωπικά τους αντικείμενα ή διαβάζουν το ημερολόγιό τους, ή εμπλέκονται στην προσωπική τους ζωή με οποιοδήποτε άλλο ακατάλληλο τρόπο, π.χ. λένε στους φίλους τους να σταματήσουν να κάνουν παρέα μαζί τους. Άλλα παραδείγματα αποτελούν το να επιβάλλει κανείς στο παιδί του τις επιθυμίες του σε θέματα προσωπικής επιλογής (όπως η επιλογή κλάδου σπουδών ή επαγγελματικής καριέρας) και άλλες συμπεριφορές που παραβιάζουν τον προσωπικό χώρο του θύματος. Η καταπίεση μπορεί να υπάρχει και από μόνη της χωρίς την υπερ-προστασία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ανάθεσης ευθυνών στο παιδί που δεν του αναλογούν ή στις οποίες δε μπορεί να ανταπεξέλθει. Αυτές μπορεί να είναι πρακτικές, π.χ. εξαναγκασμός σε οικιακή ή άλλη εργασία που η ηλικία του δεν το καθιστά ικανό να κάνει ή δυσανάλογα πολλή και σκληρή σε σχέση με αυτή που κάνουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ή ψυχοσυναισθηματικές, π.χ. ένα παιδί να καθίσταται υπεύθυνο για την επίλυση συγκρούσεων μεταξύ των γονιών του και άλλων προβλημάτων.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ένα μεμονωμένο επεισόδιο δε συνιστά κακοποίηση στην οικογένεια, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και ότι οι προθέσεις του θύτη συχνά όχι μόνο δεν είναι κακές αλλά είναι καλές, αφού σπάνια συναντά κανείς γονείς ειδικά που θέλουν εσκεμμένα να βλάψουν τα παιδιά τους. Κατ’ επανάληψη συμπεριφορές όμως όπως οι πιο πάνω συνιστούν κακοποίηση, κάτι που είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται τουλάχιστον από τα θύματα και τα άτομα που τους περιβάλλουν, αφού σπάνια αναγνωρίζεται από τους ίδιους τους θύτες. Οι συνδυασμοί συμπεριφορών όπως οι πιο πάνω, η σοβαρότητα / ένταση και η συχνότητα της επίθεσης καθορίζουν το είδος και τη σοβαρότητα της κακοποίησης που υπάρχει, κάτι που βοηθά στη σωστότερη αντιμετώπισή της. Είναι σημαντικό πάντως να κατανοήσουμε πως σε κάθε περίπτωση η κακοποίηση είναι κακοποίηση και πληγώνει, ανεξαρτήτως μορφής και έντασης, γι’ αυτό και πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.

Ενδεικτικά αναφέρονται μερικές συνέπειες της κακοποίησης που έχουν κατοχυρωθεί επανειλημμένα μέσα από διεθνείς έρευνες: κατάθλιψη, χρόνιο άγχος, αυτοκτονία, εγκληματικότητα, κατάχρηση αλκοόλ, ναρκωτικών και ψυχοφαρμάκων, ανορεξία, ψυχοσωματικές διαταραχές, μανιοκατάθλιψη, σχιζοφρένεια, προβληματικές σχέσεις, εγκατάλειψη σχολείου και εργασίας, αίσθημα κενού, μοναξιάς και αποξένωσης, χαμηλή αυτοεκτίμηση, καχυποψία, ενοχές, ντροπή, σεξουαλικά προβλήματα και πολλά άλλα. Έχει διαπιστωθεί ότι οι συνέπειες πάνω στα θύματα είναι συχνά οι ίδιες ανεξάρτητα από τη μορφή ή μορφές κακοποίησης που έχει υποστεί ο καθένας και χρειάζεται συνήθως εντατική ψυχοθεραπεία και ψυχολογική στήριξη από άλλα άτομα ούτως ώστε να μπορέσει κάποιος να ξεπεράσει τις τόσο τραυματικές συνέπειες.


 Πηγή: Paidiatros.com

Βιταμίνη D και παιδιά.

07 Feb 2024

Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη ζωτικής σημασίας για τον ανθρώπινο οργανισμό.  Ρυθμίζει τα επίπεδα του φωσφόρου και του ασβεστίου στο αίμα συμβάλλοντας στην υγιή ανάπτυξη των οστών (κοκάλων).  Παράλληλα τα τελευταία χρόνια, πολλές ερευνητικές εργασίες έρχονται στο προσκήνιο και αποκαλύπτουν τη συσχέτιση της βιταμίνης D με πολλά νοσήματα όπως το άσθμα, η παχυσαρκία, τα αυτοάνοσα νοσήματα, το ανοσοποιητικό σύστημα κλπ. Πολλά από τα ανθρώπινα κύτταρα διαθέτουν υποδοχείς για τη βιταμίνη D γεγονός που δίνει το έναυσμα στους ερευνητές να διερευνούν διακαώς συσχετίσεις της βιταμίνης D με πληθώρα νοσημάτων.  Στην ουσία η βιταμίνη D υφίσταται βιοχημικές αλλαγές στον ανθρώπινο οργανισμό και συμπεριφέρεται ως ορμόνη. Συνδέεται με κάποιο υποδοχέα σε πολλά είδη κυττάρων του ανθρώπινου οργανισμού και οδηγεί σε μεταβολικές διεργασίες.


Ποιες είναι οι πηγές της βιταμίνης D;

Το ηλιακό φως παρέχει το μεγαλύτερο μέρος της βιταμίνης D που χρειάζεται ο ανθρώπινος οργανισμός. Σε μικρότερες ποσότητες η βιταμίνη D λαμβάνεται από ορισμένες τροφές όπως η μαργαρίνη, το συκώτι, τα ιχθυέλαια, ο κρόκος του αυγού, τα εμπλουτισμένα δημητριακά και γαλακτοκομικά προϊόντα.


Ποιες είναι οι μορφές της βιταμίνης D;

Η βιταμίνη D έχει δύο μορφές:

Εργοκαλσιφερόλη (D2): Ανευρίσκεται στο φυτικό βασίλειο.

Χοληκαλτσιφερόλη  (D3): Συντίθεται στο δέρμα με τη φωτολυτική δράση της υπεριώδους ακτινοβολίας.

Περιέχεται επίσης στα ιχθυέλαια (λάδι του ψαριού όπως σολομός, σαρδέλες,) εμπλουτισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα, συκώτι , κρόκος του αυγού.

Οι δύο αυτές μορφές της βιταμίνης D, απορροφώνται από το έντερο, μεταφέρονται στο συκώτι και αποθηκεύονται ως 25-ΟΗ χοληκαλτσιφερόλη. Στη συνέχεια η τελευταία μετατρέπεται σε καλσιτριόλη στους νεφρούς. Η καλσιτριόλη είναι η ενεργός μορφή της βιταμίνης D και συμπεριφέρεται ως ορμόνη.


Τι μπορεί να προκαλέσει η έλλειψη βιταμίνης D στα παιδιά;

Η έλλειψη βιταμίνης D στα παιδιά μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση που ονομάζεται ραχίτιδα (rickets). Στη ραχίτιδα, τα οστά των παιδιών (κόκκαλα) δεν στερεοποιούνται σε ικανοποιητικά επίπεδα με αποτέλεσμα να παραμορφώνονται. Αποτέλεσμα της χρόνιας έλλειψης βιταμίνης D στα παιδιά είναι η σκελετικές ανωμαλίες και το κοντό ανάστημα.

Πρώιμα σημεία της ραχίτιδας είναι: μια κατάσταση που ονομάζεται κρανιόφθιση δηλαδή παρατηρείται μαλάκυνση στο πίσω τμήμα του κρανίου (το ινιακό οστό), η καθυστέρηση της οδοντοφυΐας και η μεγάλη πρόσθια πηγή που αργεί να κλείσει.

Παράλληλα μπορεί να υπάρχει ανεπάρκεια της βιταμίνης D που δεν καταλήγει στην κλινική συμπτωματολογία. Η έλλειψη καθώς και η ανεπάρκεια της βιταμίνης D είναι σημαντικό να αντιμετωπίζονται για την υγιή ανάπτυξη των οστών.

 

Ποια παιδιά είναι υψηλού κινδύνου για έλλειψη/ανεπάρκεια βιταμίνης D;

  • Παιδιά της μαύρης φυλής.
  • Παιδιά που ζουν σε περιοχές χωρίς ή χαμηλή ηλιοφάνεια.
  • Θηλάζοντα βρέφη που δεν λαμβάνουν συμπληρωματικά βιταμίνη D.
  • Παιδιά με χρόνια νοσήματα που παρουσιάζουν ανεπαρκή απορρόφηση του λίπους όπως: η νόσος του Crohn, η κοιλιοκάκη, η κυστική ίνωση.
  • Παιδιά που λαμβάνουν χρόνια φαρμακευτική αγωγή με τα αντιεπιληπτικά φάρμακα φαινυτοίνη ή φαινοβαρβιτάλη (αυξάνουν τις ανάγκες σε βιταμίνη D).
  • Παιδιά που λαμβάνουν χρόνια γλυκοκορτικοειδή (ανταγωνίζονται τη βιταμίνη D στη μεταφορά του ασβεστίου).
  • Παιδιά με χρόνια ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια.
  • Πρόωρα βρέφη.

 

Ποια παιδιά πρέπει να ελεγχθούν για έλλειψη βιταμίνης D;

Δε χρειάζεται να γίνεται έλεγχος σε όλα τα παιδιά για έλλειψη βιταμίνης D. Σύμφωνα με τις τελευταίες οδηγίες όλων των αρμόδιων διεθνών οργανισμών συμπεριλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Παιδιατρικής έλεγχος για έλλειψη ή ανεπάρκεια βιταμίνης D χρήζει να γίνεται μόνο στις ομάδες υψηλού κινδύνου που αναφέρθηκαν πιο πάνω ή όταν υπάρχει υποψία από την κλινική εξέταση.

 

Πώς γίνεται η διάγνωση της έλλειψης βιταμίνης D; 

Η διάγνωση της έλλειψης βιταμίνης D γίνεται με τη μέτρηση της 25-ΟΗ Βιταμίνης D στο αίμα. Προς το παρόν δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένες οι φυσιολογικές τιμές της 25-ΟΗ βιταμίνης D για τα παιδιά. Οι πλέον αποδεκτές τιμές και ορισμοί είναι:

  • Φυσιολογικές τιμές 25ΟΗ βιταμίνης D:  ≥20 ng/mL (50 nmol/L)
  • Ανεπάρκεια βιταμίνης: 25OHD: 12 to 20 ng/mL (30 to 50 nmol/L)
  • Έλλειψη βιταμίνης D: 25OHD: <12 ng/mL (<30 nmol/L)


Χρειάζεται το παιδί μου να λαμβάνει προληπτικά συμπληρώματα βιταμίνης D;

Συμπληρώματα βιταμίνης D συνίσταται να λαμβάνουν προληπτικά:

  • Βρέφη που θηλάζουν αποκλειστικά (400 IU/την ημέρα) ή βρέφη που θηλάζουν μερικώς μέχρι να λαμβάνουν ποσότητα ενός λίτρου γάλα εμπλουτισμένο με βιταμίνη D ή εμπλουτισμένα δημητριακά με βιταμίνη D.
  • Πρόωρα βρέφη
  • Παιδιά με χρόνια νοσήματα που μπορεί να σχετίζονται με έλλειψη βιταμίνης D.

Όλοι οι αρμόδιοι διεθνείς παιδιατρικοί φορείς προτείνουν τη συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης  D σε δόση 400 IU/την ημέρα κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους ζωής εφόσον κρίνεται απαραίτητο από το ιστορικό. Η συμπληρωματική χορήγηση μετά την ηλικία του πρώτου χρόνου ζωής εξαρτάται από τη χώρα που κατοικεί (εάν υπάρχει αρκετή ηλιοφάνεια) το παιδί, το χρώμα του δέρματος και την ύπαρξη παραγόντων κινδύνου για ανεπάρκεια βιταμίνης D.

 

Πώς χορηγείται η βιταμίνη D;

Βιταμίνη D υπάρχει διαθέσιμη σε υγρή μορφή και δίνεται με τη μορφή σταγόνων ή με τη μορφή μασώμενων δισκίων ή χαπιών στα μεγαλύτερα παιδιά . Προτιμάται να δίνεται η Βιταμίνη D3 λόγω της καλύτερης αποτελεσματικότητας που παρουσιάζει. Χρειάζεται προσοχή στη χορήγηση ορθής δοσολογίας γιατί η υπερβιταμίνωση βιταμίνης D μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ασβεστίου στο αίμα και βλάβη στα νεφρά.

 

Μπορώ να βάζω το μωρό στον ήλιο για να συνθέτει βιταμίνη D;

Σε χώρες που υπάρχει αυξημένη ηλιοφάνεια και σε παιδιά με ανοικτό χρώμα δέρματος η έκθεση στον ήλιο για 10-15 λεπτά ημερησίως το μεσημέρι είναι αρκετή για την παραγωγή της απαραίτητης ποσότητας βιταμίνης D στα παιδιά. Στην αντίθετη περίπτωση, το σκούρο χρώμα δέρματος και εάν κατοικούν σε χώρες με χαμηλή ηλιοφάνεια μπορεί να παρουσιάσουν συχνότερα ανεπάρκεια βιταμίνης D. Βέβαια χρήζει αναφοράς ότι προτείνεται η αποφυγή της έκθεσης στον ήλιο σε παιδιά κάτω των 6 μηνών αλλά και η περιορισμένη έκθεση σε μεγαλύτερα παιδιά λόγω του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του δέρματος.

 

 Πηγή: Paidiatros.com